Φάκελος Λακωνική Ιστορία #13 «Το Χρονικό της Μονεμβασίας»


Συνεχίζουμε τον εμπλουτισμό του αφιερώματος «Φάκελος Λακωνική Ιστορία» με μια αναδημοσίευση από την σελίδα του συγγραφέα Δημήτρη Λιθοξόου. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πολύτιμο χειρόγραφο που έχει μείνει στην ιστορία με την ονομασία «Χρονικό της Μονεμβασίας». Το χειρόγραφο αυτό περιγράφει τις πληθυσμιακές μεταβολές στην Ελλάδα και δίνει απαντήσεις, όπως λέει και ο Δημήτρης Λιθοξόου, για την τύχη του αρχαίου ελληνικού πληθυσμού στην Πελοπόννησο. Γιαυτό το λόγο θεωρούμε ότι συμβάλει καθοριστικά στην αποδόμηση της εθνικής ελληνικής ιδεολογίας περί ιστορικής συνέχειας της εθνικής λαϊκής κοινότητας από την αρχαιότητα έως και σήμερα και βάζει τις βάσεις για μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας που ξεπερνάει την κατασκευή της εθνικής ταυτότητας που έφερε η νεωτερικότητα. Εκτός από το ντοκουμέντο, δημοσιεύουμε και τα σχόλια του Δημήτρη Λιθοξόου που βοηθούν στη παραπέρα κατανόηση

Κατά τη διάρκεια των ερευνών του, στις βιβλιοθήκες των μονών του Άγιου Όρους, ο υφηγητής τότε της Γενικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μετέπειτα καθηγητής και πρωθυπουργός, Σπυρίδων Λάμπρος (1851 – 1919), ανακάλυψε ένα εξαιρετικά σημαντικό χειρόγραφο στη μονή Ιβήρων (κώδικας 329, φύλλο 203, α – β), το οποίο έδινε οριστική απάντηση στα ζητήματα της τύχης του αρχαίου ελληνικού πληθυσμού της Πελοποννήσου και του μεσαιωνικού σλαβικού εποικισμού. Η απάντηση όμως που έδινε, κατέρριπτε όλα όσα υποστήριζε μέχρι τότε η ελληνική εθνική ιστορική σχολή και δικαίωνε, εκ του τάφου, τον Φαλμεράυερ.

Είναι προφανές ότι ο Λάμπρος, προβληματίστηκε ιδιαίτερα, για το αν έπρεπε να προβεί στη δημοσίευση του χειρογράφου. Τελικά η επιστημονική δεοντολογία, υπερισχύει της εθνικής σκοπιμότητας, και ο Λάμπρος αποφασίζει, δημιουργώντας την εξαίρεση στον ελληνικό κανόνα, να δημοσιεύσει το κείμενο.

Ονομάζει το χειρόγραφο “ιβηριτικό απόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας” και το δημοσιεύει, μαζί με άλλα δύο απόγραφα του χρονικού [Λάμπρος 1884, σ. 97 – 128]. Ένα, που είχε βρει ο Giouseppe Pasini, στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Τορίνου, με τίτλο “Περί κτίσεως Μονεμβασίας” και είχε δημοσιεύσει το 1749, και ένα άλλο που είχε βρει ο ίδιος ο Λάμπρος, στη βιβλιοθήκη της Μονής Κουτλουμουσίου (κώδικας 220, φύλλο 194α – 196β) και επιγραφόταν “Τον καιρό όπου οίκισεν η Μονεμβασία και πως”.

Επειδή, κατά τη γνώμη μου, το χειρόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας της μονής Ιβήρων, αποτελεί το σπουδαιότερο κείμενο για την κατανόηση των πληθυσμιακών μεταβολών που σημειώθηκαν στην Ελλάδα κατά το Μεσαίωνα, και επιπλέον είναι το περισσότερο συνειδητά αγνοημένο ή παραποιημένο από την ελληνική ιστοριογραφία, πριν προχωρήσω στην επί μέρους παρουσίασή του, το παρουσιάζω στη συνέχεια ολόκληρο.

Στον πίνακα που ακολουθεί, υπάρχουν τέσσερις στήλες. Ο αριθμός της πρώτης στήλης, ορίζει τα εδάφια, έτσι όπως ως προς το περιεχόμενό τους και τη δυνατότητα σύγκρισης, θεώρησα πως έπρεπε να χωριστούν. Η δεύτερη στήλη περιέχει το κείμενο του χειρογράφου της μονής Ιβήρων. Η τρίτη στήλη περιέχει το κείμενο του χειρογράφου της μονής Κουτλουμουσίου και εντός παρενθέσεως της διαφοροποιήσεις που εμφανίζει το χειρόγραφο της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του Τορίνου. Τα κείμενα και των τριών χειρογράφων παρουσιάζονται με την ορθογραφία των απογραφέων τους και όχι σύμφωνα με τις διορθώσεις του Λάμπρου [Λάμπρος1884, σ. 98 – 109] ή τις μεταγενέστερες του Βέη [Βέης 1909, σ. 61 – 73]. Η τέταρτη τέλος στήλη, περιέχει συγκρίσιμα αποσπάσματα βυζαντινών συγγραφέων, για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια.

Ιβήρων

Κουτλουμουσίου (Τορίνου)

1

Εν έτει τω ΄ςξδω της του κόσμου κατασκευής, Εις την ημέραν των Αβάρων άχρι την σήμερον΄ςεω΄.

2

όπερ ην έτος λβ΄της βασιλείας Ιουστινιανού του μεγάλου, εισήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις έθνους παραδόξου, των Αβάρων λεγομένων, και συνέτρεχε πάσα η πόλις εις την θέαν αυτών ως μηδέποτε εωρακότες έθνος τοιούτον. Τω δ’ αυτώ χρόνω ειςήλθεν έθνος εν τω Βυζαντίω παράδοξον των λεγομένων Αβάρων, και πάσα η πόλις συνέτρεχεν εις την θέαν αυτών, ως μηδέποτε εωρακότες τοιούτον έθνος [Θεοφάνης]

3

Γένος οι Άβαρες έθνος Ουνικόν και Βουλγαρικόν (Βουλγάριον).

4

Είχον γαρ τας κόμας μακράς πάνυ, δεδεμένας πρανδίοις και πεπλεμένας. η δε λοιπή φορεσία αυτών ομοία των λοιπών Ούνων. είχον γαρ τας κόμας μακράς πάνου (πάνυ) δεδεμένας πρανδϊοίς (πρανδίοις) και πεπλεμένας. η δέ λοιπή φορεσία αυτών ομοία των λοιπών Ούνων. Είχον γαρ τας κώμας όπισθεν μακράς πάνυ δεδεμένας πρανδίοις και πεπλεγμένας. Η δε λοιπή φορεσία αυτών ομοία των λοιπών Ούννων [Θεοφάνης]

5

Ούτοι, Ούτος (ούτοι)

6

καθώς ο Ευάγριος λέγει εν τω πέμπτω αυτού λόγω της εκκλησιαστικής ιστορίας,

7

έθνος όντες των αμαξοβίων των υπέρ τον Καύκασον τα επέκεινα πεδία νεμόμενοι, επεί κακώς πεπόνθασι παρά των γειτνιώντων αυτοίς Τούρκων, ταύτους φεύγοντες, της ιδίας απαναστάντες χώρας και τον αιγιαλόν του Ευξείνου διαβάντες, αφίκοντο εις Βόσπορον. υπήρχον έθνος των αμαξοβίων των υπό τον Καύκασον τα επείκεινα παιδία νεμόμενοι. επεί επικακώς (επικακών) πεπόνθασι παρά των γειτνιώντων (γαιτυιότων) αυτοίς Τούρκων, τούτο φεύγοντες δε ιδίας απαναστάντες χώρας και τον αιγιαλόν του Ευξείνου διαβάντες αφίκοντο επί τον Βόσπορον. Έθνος δε Σκυθικόν οι Άβαροι των αμαξοβίων, των υπέρ τον Καύκασον τα επέκεινα πεδία νεμόμενοι, οι τους γειτνιώντας Τούρκους πεφευγότες, επεί κακώς προς αυτών επεπόνθεσαν, επί τον Βόσπορον αφίκοντο. Και την ηιόνα του Ευξείνου καλουμένου Πόντου καταλιπόντες, ένθα συχνά μεν έθνη βαρβαρικά [Ευάγριος]

8

Εκείθεν δε απάραντες διήλθον τόπους πολλών εθνών, τοις παρατυγχάνουσιν αυτοίς βαρβάροις ανταγωνιζόμενοι μέχρις ου τας όχθας του Ίστρου καταλήφασι και προς Ιουστινιανόν επρεσβεύσαντο, αιτούντες δεχθήναι αυτούς. Εκείθεν δε απάραντες διήλθον τόπους πολλών εθνών. Τούτοις παρατυγχάνουσιν ανταγωνιζόμενοι μέχρις ου τας όχθας του Ίστρου κατειλήφασι (κατελήφασι) και προς Ιουστινιανόν επρεσβεύσαντο, αιτούντες δεχθήναι αυτούς. Εξωκίσθησαν δε και υπό Ρωμαίων πόλεις τε και στρατόπεδα, και τινες προςορμίσεις, ή στρατιωτών απομάχων γινομένων, ή και αποικιών προς των βασιλέων στελλομένων, την πόρευσιν εποιούντο, πάσι τοις εν ποσί βαρβάροις ανταγωνιζόμενοι, μέχρις ου τας ηιόνας του Ίστρου κατελείφασι, και προς Ιουστινιανόν επρεβεύσαντο [Ευάγριος]

9

Του δε βασιλέως φιλανθρώπως αυτούς προσδεξάμενος, έλαχον παρ’ αυτού έχειν την κατοίκησιν εν χώρα Μυσίας εν πόλει Δωροστόλω τη νυν καλουμένην Δρίστρα. Του δε βασιλέως φιλανθρώπως αυτούς δεξαμένον (δεξαμένου) έλαχον παρ’ αυτού έχειν την κατοίκησιν εν χώρα μασίας (Μοισίας) εν πόλει Δωροστόλω (Δωροστύλω) την νυν καλουμένην Δρίστρα.
10 Και εξ απόρων εύποροι γενόμενοι και εις πλήθος εκτεθέντες και αμνήμονες και αχάριστοι ευρεθέντες ήκον Ρωμαίους καταστρεψάμενοι, Θράκας και Μακεδόνας αιχμαλωτίζοντες και αυτήν την βασιλίδα κατατρέχοντες, και τα περί αυτήν αφειδώς ληιζόμενοι. Και εξ απόρων εύποροι γενόμενοι και εις πλήθος εκταθέντες και αμνήμονες και αχάριστοι ευρεθέντες οίκον Ρωμαίους καταστρεψόμενοι, Θράκας και Μακεδνίαν (Μακεδόνας) αιχμαλωτίζοντες και αυτήν την βασιλίδα κατατρέχοντες.
11 Παρέλαβον δε και το Σίρμιον, πόλιν της ευρόπης επίσημον, ήτις εν Βουλγαρία ούσα νυν καλείται Στρίωμος, πρώην μεν υπό Γηπαίδων κρατουμένην, Ιουστίνω δε τω βασιλεί παραδοθείσαν παρ’ αυτών. Το Σίρμιον προς των βαρβάρων εάλω, πρωην μεν υπό Γηπαίδων κρατούμενον, Ιουστίνω δε προς αυτών παραδοθέν [Ευάγριος]
12 Δια ταύτα ουν συνθήκαι επονείδιστοι υπό Ρωμαίων γεγόνασι προς αυτούς, υποσχομένους παρέχειν αυτοίς φόρον ετήσιον χρυσού χιλιάδας π΄. Και επί τούτοις επηγγείλαντο οι Άβαρεις ησυχάζειν. Αι δε συνθήκαι επονείδιστοι Ρωμαίοις.Μετά γαρ τηλικούτου κολοφώνα κακού, οία πως αγωνοθέται καθήμενοι, ώςπερ άθλον ευδοξίας δώρα λαμπρά τοις βαρβάροις παρείχοντο, ογδοήκοντα τε χιλιάδες χρυσών καθωμολόγουν αν’ έκαστον έτος τοις βαρβάροις εγκαταβάλλεσθαι [Θεοφύλακτος]
14 Του δε Μαυρικίου των σκήπτρων επειλλημένων κατά το εξακιςχιλιοστώ h΄ έτος Του Μαυρικίου των σκήπτωρ (σκήπτρων) επιλημένου (επειλλημένου) κατά το εξακιςχιλιοστώ εβδομηκοστόν ε΄ έτος,
15 πρεσβεύουσιν οι Άβαρεις προς αυτόν αξιούντες ταις π΄ χιλιάσι του χρυσού ας ελάβανον παρά Ρωμαίων προςτεθήναι άλλας είκοσι. Τω δ’ αυτώ μηνί πρεσβεύουσιν οι Αβάρεις προς τον αυτοκράτορα Μαυρίκιον, οι προ ολίγου χρόνου το Σέρμιον χειρωσάμενοι, πόλιν της Ευρώπης επίσημον, ηξίουν ταις ογδοήκοντα χιλιάσιν χρυσίου, αις ελάμβανον κατ’ έτος παρά Ρωμαίων, προςτεθήναι άλλας κ΄ [Θεοφάνης]
16 Ο δε βασιλεύς της ειρήνης εφιέμενος κατεδέξατο τούτο. Αλλά ουδε ήρκησε ο της συνθήκης λόγος περαιτέρω δύο ενιαυτών. Ο δε βασιλεύς ειρήνης εφιέμενος τούτο κατεδέξετο [Θεοφάνης]. Ου περαιτέρω δε διήρκεσαν των δύο ενιαυτών αι σπονδαί [Θεοφύλακτος]
17 Χαγάνος γαρ ο αυτών ηγεμών άλλοτε άλλην πρόφασιν ποιούμενος εις το ευρείν αφορμήν πολέμου και αιτών υπέρογκα ως εν τινι παρηκούσθη λύειν τας συνθήκας και εξαπιναίως Σιγγιδόνα παραλαμβάνει, πόλιν της Θράκης, αφύλακτον ταύτην ευρών, προς δε και Αυγούστας και το Βιμινάκιον. νήσος δε εστι τούτο μεγάλη του Ίστρου. ο δε χαμνός λύει τας πονδάς (σπουδάς) αιτών υπέρογκα Ο παρά τοις Ούνοις χαγάνος…περιφρονεί τας συνθήκας και τους όρκους …και την Σιγηδόνα την πόλιν εξαπιναίως άφρακτον ούσαν ελάμβανεν…ανελών τε Αυγούσταν και το Βιμινάκιον (αύτη δε νήσος καθέστηκε περί τα ρείθρα του Ίστρου) [Θεοφύλακτος]
18 Παρέλαβε δε και την αχίαλον την νυν μεσίνην της Μακεδονίας, και πολλάς ετέρας πόλεις εχειρώσατο τας υπό το Ιλλυρικόν τελούσας. (πόλεις δ’ αυταί λαμπραί υπό το Ιλλυρικόν φορολογούμεναι) παραυτίκα στρατοπεδεύεται, και την Αγχίαλον περιτέμνεται, τας τε περιοικίδας κώμας εδήωσε [Θεοφύλακτος]
19 Ήλεν δε και μέχρι των του Βυζαντίου προαστείων τα πάντα ληιζόμενος.
20 Ηπείλει δε και τα Μακρά τείχη καταστρέψαι. Ηπείλει δε και τα Μακρά τείχη καταστρέψαι [Θεοφάνης]
21 Ολίγοι δε τινες αυτών τον πορθμόν της Αβύδου διαβάντες και τα της Ασίας χωρία ληισάμενοι αύθις ανέστρεψαν.
22 Ο δε βασιλεύς πρέσβεις παρά τον χαγάνον εξαπέστειλεν Ελπίδιον πατρίκιον συν κομμεντιόλω προςθήκην των πάκτων ποιούμενος, και επί τούτω ειρήνην άγειν ο βάρβαρος καθωμολόγησε. Ο δε βασιλεύς Ελπίδιον τον πατρίκιον συν Κομμεντιόλω πρέσβεις προς τον χαγάνον εξαπέστειλεν. Και ο βάρβαρος επί ταις των πάκτων συνθήκαις ειρήνην άγειν καθωμολόγησεν [Θεοφάνης]
23 Μικρόν δε ησυχάσας πάλιν τας σπονδάς διαλύει και καταπολεμεί δεινών την τε Σκυθίαν χώραν και την Μυσίαν, καταστρέψας δε φρούρια πάμπολλα. Τούτω τω έτει ο των Αβάρων χαγάνος, τας σπονδάς διαλύσας, την τε Μυσίαν και Σκυθίαν κατεπολέμει δεινώς καταστρέψας την τε Ρατιάρναν και Κωνωνίαν και Ακύς και Δορόστολον και Ζαρπάδα και Μαρκιανούπολιν [Θεοφάνης]
24 Εν ετέρα δε ειςβολή
25 εχειρώσατο πάσαν την Θεσσαλίαν και την Ελλάδα πάσαν την τε παλαιάν Ήπειρον και Αττικήν και εύοιαν. και εχειρώσατο Θετταλίαν, Ελλάδα, Αττικήν και εύβοια (Έβοια)
26 οι δη και εν Πελοποννήσω εφορμήσαντες πολέμω ταύτην είλον και Πελοπόνησον.
27 και εκβαλόντες τα ευγενή και ελληνικά έθνη και καταφθείραντες κατώκησαν αυτοί εν αυτή. και καταφθείραντες τα γένη κατώκησαν αυτοί εν αυτή. …και εκβαλόντων μεν τα εγγενή ελληνικά έθνη και καταφθειράντων, κατοικισθέντων δε αυτών [Αρέθας]
28 Οι δε τας μιαιφόνους αυτών χείρας δυνηθέντες εκφυγείν, άλλος αλλαχή διεσπάρησαν. Οι δε δυνηθέντες εκφυγείν διεσπάρησαν,
29 Και η μεν των Πατρών πόλις μετωκίσθη εν τη των καλαυρών χώρα του ριγίου, και η μεν των Πατρών πόλις κατοικίσθη εν τη των καλαύρων χώρα του ρυγίου (Ρηγίου),
30 οι δε Αργείοι εν τη νύσω τη καλουμένη Ορόβη, οι δε Κορίνθιοι εν τη νήσω τη καλουμένη Αιγίνη μετώκησαν. οι δε άργιοι (Αργίοι) εν τη ορόβι (Ορόβη), οι δε Κορίνθιοι εν τη Αιγίνη μετώκησαν.
31 Τότε δη και οι Λάκωνες το πατρώον έδαφος καταλιπόντες οι μεν εν τη νήσω Σικελίας εξέπλευσαν, οι και εις έτι εισίν εν αυτή εν τόπω καλουμένω δέμεννα και δεμενίται αντί Λακεδαιμονιτών κατονομαζόμενοι και την ιδίαν των Λακώνων διάλεκτον διασώζοντες. Τότε και οι Λάκωνες (Λάκονες) το πατρώον έδαφος καταλιπόντες (καταλοιπόντες) εν τη Σικελία εξέπλευσαν κατοικούντες εν τόπω καλούμένον Δέμενα και αντί Λακεδαιμονιτών δεμαινίται (Δεμαινίται) κατονομάζονται.
32 Οι δε δύσβατον τόπον παρά τον της θαλάσσης αιγιαλόν ευρόντες και πόλιν οχυράν οικοδομήσαντες και Μονεμβασίαν ταύτην ονομάσαντες διατο μίαν έχειν των εν αυτώ ειςπορευομένων την είςοδον εν αυτή τη πόλει κατώκησαν μετά και του ιδίου αυτών επισκόπου. οι δε λοιποί (οι δε λοιποί εκ των επισήμων) δύσβατον τόπον παρά τον της θαλάσσης αιγιαλόν ευρόντες και πόλιν οχυράν (υσχυράν) οικοδομήσαντες και Μονεμβασίαν ταύτην ονομάσαντες διατο μίαν έχει των εν αυτώ ειςπορευομένων την είςοδον εν αυτή τη πόλει κατώκησαν μετά του ιδίου αυτών επισκόπου.
33 Οι δε των θρεμμάτων νομείς και αγροικικοί κατωκίσθησαν εν τοις παρακειμένοις εκείσε τραχανοίς τόποις, οι και επ’ εσχάτων τζακονίαι επωνομάσθησαν. οι δε έτεροι (οι δε έτεροι των επισήμων μετά) των θρεμμάτων νομής και άγροικι (αγροικικών) κατωκίσθησαν (κατωκήθησαν) εν τοις παρακειμένοις εκείσε τραχυνοίς τόποις οι και επ’ εσχάτων Τζακωνίαι (Τζακωνίας) επωνομάσθησαν διάτη (Δια το) και αυτούς τους Λάκωνας Τζάκωνας μετονομασθήναι.
34 Ούτως οι Άβαροι την Πελοπόννησον κατασχόντες και κατοικήσαντες εν αυτή διήρκεσαν επί χρόνοις διακοσίοις οκτωκαίδεκα μήτε των Ρωμαίων βασιλεί μήτε ετέρω υποκείμενοι, ήγουν από του ΄ςhς΄ έτους της του κόσμου κατασκευής όπερ ην έκτον έτος της βασιλείας Μαυρικίου και μέχρι του ςουτιγ΄ έτους όπερ ην τέταρτον έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού του έχοντος Σταυράκιον. Τοίνυν οι Άβαροι κατασχόντες την Πελοπόννησον διήκαισαν (διώκησαν) επί χρόνοις σιη΄ μήτε των Ρωμαίων βασιλείων (βασιλεί), μήτε ετέρω υποκείμενοι, ήγουν από του ΄ςουhουςου (΄ςhς ) έτους της του κόσμου κατασκευής, όπερ ην έκτον έτος της βασιλείας Μαυρικίου και μέχρι του΄ςου τριακοστού τρειςκαιδεκάτου έτους όπερ ην δον έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού του έχοντον υιόν Σταυράκιον (υιού Σταυρακίου). …επί διακοσίοις δεκαοκτώ χρόνοις όλοις κατεσχόντων την Πελοπόννησον, και της Ρωμαϊκής αρχής αποτεμονένων, ως μηδέ πόδα βαλείν όλως δύνασθαι εν αυτή Ρωμαίον άνδρα [Πατριάρχης Νικόλαος]

…από βασιλείας Μαυρικίου έτους ς μέχρι τετάρτου έτους Νικηφόρου [Αρέθας]

35 Μόνου δε του ανατολικού μέρους της Πελοποννήσου από Κορίνθου και μέχρι μαλαίου του σθαβινού έθνους δια το τραχύ και δύσβατον καθαρεύοντος, στρατηγός Πελοποννήσου εν τω αυτώ τω μέρει υπό του Ρωμαίων βασιλέως κατεπέμπετο. Μόνου δε του ανατολικού μέρους της Πελοποννήσου από Κορίνθου και μέχρι μαλαίου (Μαλαίου) του θλαβινού (Σθλαβινού) έθνους διατο τραχεί (τραχές) και δύσβατον καθαρεύοντος στρατηγός Πελοποννήσου εν τω αυτώ το μέρει υπό του Ρωμαίων βασιλέως κατεπέμπετο. …εφ’ ου του ανατολικού μέρους Πελοποννήσου από Κορίνθου και μέχρι Μαλεάς του Σκλαυηνού καθαρεύοντος, εις ο και στρατηγός κατεπέμπετο τη Πελοποννήσω [Αρέθας]
36 Εις δε των υπό τοιούτον στρατηγών ορμώμενος μεν από της μικράς Αρμενίας, φατριάς δε των επονομαζομένων Σκληρών συμβαλών το σθαβινώ έθνει πολεμικώς ειλέ τε και ηφάνισε εις τέλος και τοις αρχήθεν οικήτορσι αποκαταστήναι τα οικεία παρέσχεν. Εις δε των τοιούτον στρατηγών, ορμώμενος μεν από της μικράς Αρμενίας, φατριάς δε των επονομαζομένων Σκληρών (Σεληρών), συμβαλών το Σθλαβινώ (τω Σθλαβιανών) έθνει πολεμικώς ειλέ τε και ηφάνισεν εις τέλος, και τοις αρχήθεν οικήτορσιν (οιτορσιν) αποκαταστείναι τα οικεία παρέσχεν. Εκ τούτων των στρατηγών από της μικράς ορμώμενος Αρμενίας, φατρίας δε των επονομαζομένων Σκληρών, συμβαλών τω Σκλαυηνών έθνει, πολεμικώς είλέν τε και ηφάνισεν εις τέλος και τοις αρχήθεν οικήτορσιν αποκαταστήναι τα οικεία παρέσχεν [Αρέθας]
37 Τούτο μαθών ο προειρημένος βασιλεύς Νικηφόρος και χαράς πλησθείς δια φροντίδος έθετο το και τας εκείσε πόλεις ανακαινίσαι και ας οι βάρβαροι ηδάφησαν εκκλησίας ανακαινίσαι και αυτούς τους βαρβάρους Χριστιανούς ποιήσαι. Διο και αναμαθών την δε μετοικίαν ου διατρίβουσι οι Πατρείς κελεύσει αυτού τούτους τω εξ αρχής εδάφη απεκατέστησε μετά του ιδίου αυτών ποιμένος ος ην το τηνικαύτα Αθανάσιος τούνομα Τούτο μαθών ο προειρημένος βασιλεύς Νικηφόρος και χαράς πλησθείς διαφροντίδος έθετο τας πόλεις ανακαινίσαι. και ας οι βάρβαροι κατηδάφεισαν (κατηδάφθησαν) εκκλησίας ανοικοδομήσαι, και αυτούς τους βαρβάρους Χριστιανούς ποιήσαι, την δε μετοκίαν (μετοχίαν) των Πατρών (Πατέρων) αναλαθών τω εδάφει των Πατρών (Πατέρων) αυτούς απεκατέστησε μετά του ιδίου αυτών ποιμένος, ος ην Αθανάσιος τούνομα (το όνομα). Βασιλεύς γαρ ο ειρημένος αναμαθών την μετοικίαν ου διατρίβειν κελεύσει αυτού τον τε λαόν τω εξ αρχής εδάφει αποκατέστησεν [Αρέθας]
38 και μητροπόλεως δίκαια ταις Πάτραις παρέσχετο, αρχιεπισκοπής προ τούτου χρηματιζούσης. αρχιεπισκοπή δε τυγχάνουσα πρότερον ετιμήθη εις μητρόπολιν και μητροπόλεως δίκαια ταις Πάτραις παρέσχετο, αρχιεπισκοπής προ τούτου χρηματιζούσης [Αρέθας]
39 Ανωκοδόμησέ τε εκ βάθρων και την πόλιν αυτών και τας του θεού αγίας εκκλησίας,
40 παρά του αυτού Νικηφόρου.
41 πατριαρχούντος έτι Ταρασίου του εν αγίοις πατρός ημών. Πατριαρχούντος δε Ταρασίου
42 Την δε Λακεδαίμονα πόλιν εκ βάθρων και αυτήν ανεγείρας και ενοικίσας εν αυτή λαόν σύμμικτον Καφήρους τε και Θρακησίους και Αρμενίους και λοιπούς από διαφόρων τόπων τε και πόλεων επισυναχθέντες επισκοπήν
43 και αύθις ταύτην κατέστησε και υποκείμενη τη των Πατρών μητροπόλει εθέσπισεν, προςαφιερώσας και δύο ετέρας επισκοπάς την τε Μεθώνην και την Κορώνην. εδόθη προς αυτήν κατ’ επίδοσιν, και η αγιωτάτη επισκοπή Λακεδαιμονίας και η Μεθώνη και η Κορώνη.
44 Διό και οι βάρβαροι τη του θεού βοηθεία και χάριτι κατηχηθέντες εβαπτίσθησαν και τη των Χριστιανών προςετέθησαν πίστει,
45 εις δόξαν και ευχαριστίαν του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας αμήν.
46 Από δε της βασιλείας κυρ (κυρού) Αλεξίου του Κομνηνού πατριαρχούντος κυρ (κυρού) Ευστρατίου ετιμήθη η αγιωτάτη επισκοπή Λακεδαιμονίας εις μητρόπολιν, επισκοπούντος κυρ (κυρού) Θεοδοσίου …

Έχοντας μπροστά μας τα κείμενα, που θεωρούνται ως διαφορετικές εκδοχές του χρονικού της Μονεμβασίας, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Από το εδάφιο 46 (“Από δε της βασιλείας κυρ Αλεξίου του Κομνηνού…”) και μετά, συνεχίζει ένα κείμενο που δεν υπάρχει στο χειρόγραφο των Ιβήρων, αλλά αποτελεί το τελευταίο μέρος των χειρογράφων Κουτλουμουσίου και Τορίνου. Το κείμενο αυτό, που βρέθηκε και ως αυτοτελές χειρόγραφο σε έναν κώδικα του Ελληνικού Κολεγίου της Ρώμης (Collegio Greco) και δημοσιεύτηκε από το Λάμπρο [Λάμπρος 1912, σ.245 – 251], περιέχει πληροφορίες για την εκκλησιαστική ιστορία της επισκοπής Λακεδαιμονίας (τέλη 13ου – μέσα 14ου αιώνα) και δεν έχει σχέση με το καθαυτό χρονικό της Μονεμβασίας. Γι’ αυτό και παραλείπεται εδώ.

Τα χειρόγραφα Κουτλουμουσίου και Τορίνου, διαφοροποιούνται μεταξύ τους, μόνο ως προς την ορθογραφία ή τη διαφορετική ανάγνωση κάποιων λέξεων, εκτός από τα εδάφια 32 και 33 που περιέχουν τη διευκρινιστική διαφοροποίηση: “των επισήμων”. Η ουσιαστική αυτή ταύτιση των δύο χειρογράφων, υποδεικνύει ότι προέρχονται από κοινή πηγή.

Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε, το περιεχόμενο των χειρογράφων Κουτλουμουσίου – Τορίνου, ως τη μία εκδοχή του χρονικού της Μονεμβασίας. Η εκδοχή αυτή, συγκρινόμενη με εκείνη του χειρογράφου των Ιβήρων, είναι μικρότερη, καθώς λείπουν ολόκληρα εδάφια (2, 6, 11, 12, 15, 16, 18 – 24, 39, 42, 44, 45) ή επί μέρους πληροφορίες (εδάφια 25 – 28, 31). Αλλά εκτός από μικρότερη, είναι και λιγότερο αποκαλυπτική, μια και ορισμένα από τα εδάφια που λείπουν, λες και αφαιρέθηκαν σκόπιμα, για λόγους, που θα λέγαμε σήμερα, “εθνικού συμφέροντος”.

Ερχόμαστε λοιπόν να εξετάσουμε την εκδοχή του χειρογράφου των Ιβήρων, που αποτελεί το πιο πλήρες και ενδιαφέρον, από πλευράς ιστορικών ειδήσεων, κείμενο του χρονικού της Μονεμβασίας.

Το πρώτο ερώτημα, αφορά το χρόνο σύνταξης του χρονικού. Αυτός προκύπτει, από το ίδιο το κείμενο. Στο εδάφιο 31 αναφέρει, ότι ένα μέρος του πληθυσμού των Λακώνων κατέφυγε στην Σικελία, όπου ίδρυσε μία πόλη με το όνομα Δεμενά. Την εποχή της σύνταξης του χρονικού, οι Λάκωνες αυτοί κατοικούσαν ακόμη στα Δεμενά (“οι και εις έτι εισίν εν αυτή”). Σύμφωνα όμως με τον Michele Amari, στο έργο του Storia dei Musulmani di Sicilia, τα Demana (Δεμενά), ήταν μια πόλη της βορειοανατολικής Σικελίας, που έπαψε να υπάρχει στα τέλη του 10ου αιώνα [Charanis 1950, σ. 144].

Στο εδάφιο 34 του χρονικού, αναφέρεται επίσης, ότι η αβαροσλαβική κυριαρχία στην Πελοπόννησο, πήρε τέλος το τέταρτο έτος της βασιλείας του “Νικηφόρου του παλαιού”. Η αναφορά στον “παλαιό” Νικηφόρο, προϋποθέτει την ύπαρξη άλλου μεταγενέστερου αυτοκράτορα με το όνομα Νικηφόρος. Και αυτός είναι ο Νικηφόρος Φωκάς που βασίλευσε μεταξύ 963 και 969.

Από το συνδυασμό των δύο αυτών πληροφοριών, εξάγεται ότι το χρονικό συντάχθηκε, μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα, και όχι τον 16ο αιώνα, όπως υποστήριξαν οι Karl Hopf [Χοπφ 1872, σ. 62], Gustav Hertzberg [Χέρτσμπεργκ 1906, σ. 197], Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος [Παπαρρηγόπουλος 1969, σ. 230] και Νίκος Βέης [Βέης 1909, σ. 104].

Το δεύτερο ερώτημα, σχετικά με το χρονικό, είναι οι ιστορικές γνώσεις του συντάκτη του. Ο ίδιος, αναφέρει την αξιοποίηση έργων προγενέστερων αυτού συγγραφέων, όταν γράφει στο εδάφιο 6 “καθώς ο Ευάγριος λέγει”. Εκτός από τον Ευάγριο, χρησιμοποιεί το Θεοφάνη και το Θεοφύλακτο, όπως φαίνεται από τη σύγκριση των σχετικών εδαφίων (2, 4, 7, 8, 11, 12, 15 – 18, 20, 22, 23), στο πρώτο μέρος του χρονικού.

Την πληροφορία για την επί 218 χρόνια αβαροσλαβική κυριαρχία επί της Πελοποννήσου (εδάφιο 34), δεν μπορεί να την έχει πάρει από τη συνοδική επιστολή του πατριάρχη Νικόλαου (1084 – 1111) προς τον Αλέξιο Κομνηνό, όπως έγραψαν οι προαναφερόμενοι Hopf [Χοπφ 1872, σ. 63], Hertzberg [Χέρτσμπεργκ 1906, σ. 198], Παπαρρηγόπουλος [Παπαρρηγόπουλος 1969, σ. 231] και Βέης [Βέης 1909, σ. 32], εφόσον ο πατριάρχης έζησε ένα αιώνα περίπου μετά τη σύνταξη του χρονικού.

Το 1912 ο Σωκράτης Κουγέας, δημοσίευσε ένα σχόλιο του επισκόπου Καισαρείας Αρέθα, στη σύνοψη του χρονικού του πατριάρχη Νικηφόρου (806 – 815), που ανακάλυψε στον κώδικα Da 12, φύλλο 6α της βιβλιοθήκη της Δρέσδης [Κουγέας 1912, σ. 473 – 480], κώδικας που μεταφέρθηκε μεταπολεμικά στο κρατικό αρχείο της Μόσχας [Κορδώσης 1981, σ. 70]. Το σχόλιο του Αρέθα ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με ορισμένα σημαντικά εδάφια του χρονικού της Μονεμβασίας (27, 34 – 38). Το γεγονός όμως ότι, από τη μια, ο Αρέθας είχε γράψει του σχόλιό του το έτος 932, και δεν ήταν δυνατόν να έχει αντιγράψει το χρονικό της Μονεμβασίας, που συντάχθηκε μερικές δεκαετίες αργότερα, και από την άλλη, το γεγονός ότι το περιεχόμενο του σχολίου του Αρέθα, αποτελεί εμφανώς υποσύνολο της όλης διήγησης, οδηγεί στο συμπέρασμα πως τόσο ο Αρέθας, όσο και ο συντάκτης του χρονικού, έγραψαν έχοντας μπροστά τους ένα άλλο παλαιότερο κείμενο, χαμένο πλέον και άγνωστο σε μας, απ’ όπου και αντέγραψαν τα κοινά αποσπάσματα.

Η ιβηρική εκδοχή του χρονικού της Μονεμβασίας, πρέπει να διασώζει αρκετά πιστά, το περιεχόμενο αυτού του χαμένου παλαιού χειρογράφου, στο κείμενο που περιέχεται μεταξύ των εδαφίων 24 έως και 43. Το κείμενο αυτό, που αποτελεί και την πληρέστερη καταγραφή των γεγονότων, που σχετίζονται με τον αβαροσλαβικό εποικισμό της Ελλάδας, έχει ως εξής, σε μια απόδοσή του στη νέα ελληνική:

“Σε κάποια άλλη δε εισβολή, υποδούλωσαν (οι Άβαροι) όλη τη Θεσσαλία και όλη την Ελλάδα και την παλαιά Ήπειρο και την Αττική και την Εύβοια. Εφόρμησαν και στην Πελοπόννησο και την κατέκτησαν με πόλεμο και διώχνοντας και καταστρέφοντας τα ευγενή (ή γηγενή) και ελληνικά έθνη, κατοίκησαν αυτοί σε αυτή. Όσοι δε (από τους Έλληνες) κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τα αιματοβαμμένα χέρια τους, διασκορπίστηκαν εδώ και εκεί. Και η μεν πόλη των Πατρών μετοίκισε στη χώρα του Ρηγίου στην Καλαβρία, οι δε κάτοικοι του Άργους στο νησί που ονομάζεται Ορόβη (: Ρόβη απέναντι από το Τολό), οι δε Κορίνθιοι μετοίκησαν στο νησί που ονομάζεται Αίγινα. Τότε και οι Λάκωνες το πατρώο έδαφος εγκατέλειψαν. Και οι μεν (των Λακώνων) στη νήσο Σικελία εξέπλευσαν, και είναι ακόμα εκεί, σε ένα τόπο που λέγεται Δεμενά και Δεμενίτες αντί Λακεδαιμονίτες ονομάζονται, διασώζοντας και την ιδία διάλεκτο των Λακώνων. Άλλοι δε (των Λακώνων) βρίσκοντας ένα δύσβατο τόπο δίπλα στο γιαλό της θάλασσας, οικοδόμησαν μια οχυρά πόλη που την ονόμασαν Μονεμβασία, επειδή είχε μία μόνο είσοδο για να πορευτείς σε αυτή και κατοίκησαν σε αυτή την πόλη μαζί με τον επίσκοπο τους. Οι δε βοσκοί και οι αγρότες (Λάκωνες) κατοίκησαν στους εκεί παρακείμενους τραχείς τόπους, που μέχρι πρόσφατα ονομάζονταν Τζακονίες. Έτσι οι Άβαροι την Πελοπόννησο αφού κατέκτησαν και κατοίκησαν σε αυτή, διήρκεσαν για 218 χρόνια, μήτε στο ρωμαίο βασιλιά μήτε σε άλλον υποκείμενοι, δηλαδή από το έτος 6096 της κατασκευής του κόσμου (587 μ.Χ.), το οποίο ήταν το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου και μέχρι το έτος 6313 (805 μ.Χ.), το οποίο ήταν το τέταρτο έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού που είχε γιο το Σταυράκιο. Μόνο δε το τραχύ και δύσβατο ανατολικό μέρος της Πελοποννήσου, από Κορίνθου και μέχρι Μαλέα, ήταν απαλλαγμένο από το σλαβικό έθνος και σε αυτό το μέρος στελνόταν ο στρατηγός της Πελοποννήσου από το ρωμαίο βασιλιά. Ένας από αυτούς τους στρατηγούς, ορμώμενος από τη Μικρά Αρμενία, από τη φατρία των επονομαζομένων Σκληρών, πολέμησε, κατέκτησε και αφάνισε τελικά το σλαβικό έθνος και τους αρχαίους κατοίκους αποκατέστησε, επαναφέροντάς τους στα σπίτια τους. Μαθαίνοντας αυτό ο προαναφερόμενος βασιλιάς Νικηφόρος και γεμίζοντας χαρά φρόντισε και τις εκεί πόλεις να ανακαινίσει και όσες εκκλησίες κατεδάφισαν οι βάρβαροι να ανοικοδομήσει και αυτούς τους βαρβάρους να κάνει χριστιανούς. Και για αυτό μαθαίνοντας ότι οι κάτοικοι της Πάτρας ζούσαν ως μέτοικοι διέταξε και τους αποκατέστησε στα αρχαία εδάφη τους μαζί με τον ποιμένα τους που λεγόταν Αθανάσιος. Και έδωσε στην Πάτρα, που πριν ήταν αρχιεπισκοπή, δικαιώματα μητρόπολης. Και ανοικοδόμησέ εκ βάθρων την πόλη αυτών και τις άγιες εκκλησίες του Θεού, επί πατριαρχίας Ταρασίου, του άγιου πατέρα μας. Τη δε πόλη Λακεδαίμονα, εκ βάθρων και αυτή ανέγειρε και εγκατέστησε σε αυτή λαό σύμμικτο, από Καφήρους, Θρακησίους, Αρμενίους και λοιπούς προερχόμενους εκ διαφόρων τόπων και πόλεων, και κατέστησε πάλι αυτή επισκοπή και θέσπισε να είναι υποκείμενη της μητρόπολης των Πατρών, στην οποία αφιέρωσε και δύο άλλες επισκοπές, την Μεθώνη και την Κορώνη”.

Έχοντας μπρος στα μάτια του αυτό το κείμενο, μαζί με τις έως το 1912, δημοσιεύσεις των προαναφερόμενων σχετικών μεσαιωνικών κειμένων, που παρείχαν τις απαραίτητες επιπλέον διευκρινήσεις, ένας αντικειμενικός ιστορικός, θα έβγαζε το συμπέρασμα, πως ο Φαλμεράυερ είχε φτάσει βασικά σε σωστά συμπεράσματα, έχοντας στη διάθεση του, περισσότερο ενδεικτικά αποσπάσματα και όχι ένα τέτοιο συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό.

Αν ζούσε ο Φαλμεράυερ, θα μπορούσε θριαμβευτικά να ξαναπεί : “Οι ιστορικές πηγές εκείνης της εποχής, που το κύρος τους δεν μπορούν οι αντίπαλοι να κλονίσουν με τα «όχι» τους και με τα «όχι, δεν είναι έτσι», ομιλούν τη δική μου γλώσσα” [Φαλμεράυερ 1984, σ. 76 -77].

Κάτω από το βάρος των αποδείξεων, οι έλληνες ιστορικοί σιώπησαν μέχρι το 1944. Τότε, η ανάπτυξη του μακεδονικού εθνικού κινήματος, μεταξύ των σλαβοφώνων κατοίκων των βορείων ελληνικών επαρχιών, ξαναφέρνει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο, τα ζητήματα των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Σλάβων, και τα συναφή του εκσλαβισμού των Ελλήνων και του εξελληνισμού των Σλάβων. Οι έλληνες πανεπιστημιακοί και ακαδημαϊκοί (ιστορικοί και άλλοι), αφήνουν τα προσχήματα και αναλαμβάνουν τον καθαρά πολιτικό – ιδεολογικό ρόλο τους. Ένας από τους στόχους τους, είναι για μια ακόμη φορά ο Φαλμεράυερ και το άμεσα συνδεδεμένο με τις θέσεις του, χρονικό της Μονεμβασίας.

Η επίθεση άρνησης του περιεχομένου του χρονικού της Μονεμβασίας, διαρκεί τέσσερα χρόνια και παίρνουν μέρος σε αυτή: ο καθηγητής βυζαντινής ιστορίας και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Άμαντος [Άμαντος 1944, σ. 213 – 215, 219 – 221 ] και [Άμαντος 1946, σ. 14], ο καθηγητής της αρχαιολογίας και ακαδημαϊκός Αντώνιος Κεραμόπουλος [Κεραμόπουλος 1945, σ. 113, 119 – 120], ο καθηγητής βυζαντινής ιστορίας και ακαδημαϊκός Διονύσιος Ζακυθηνός [Ζακυθηνός 1945, σ. 37 – 38, 41 – 44, 48], ο ακαδημαϊκός και πολιτικός (πρωθυπουργός το 1949) Αλέξανδρος Διομήδης [Διομήδης 1946, σ. 39, 71, 137, 202 – 203], ο καθηγητής λαογραφίας και ακαδημαϊκός Στίλπων Κυριακίδης [Κυριακίδης 1947, σ. 63 – 64, 94 – 95] και ο φιλόλογος Σπυρίδων Παγουλάτος, που θα γίνει διδάκτωρ της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, “απορρίπτοντας την αξία” του χρονικού της Μονεμβασίας [Παγουλάτος 1947, σ. 32, 36].

Όσα υποστήριξαν οι ανωτέρω, και ο Χρυσανθόπουλος λίγο αργότερα [Χρυσανθόπουλος 1951, σ. 245, 252] τα συμπύκνωσε με τον καλύτερο τρόπο ο Κυριακίδης, όταν συμπερασματικά έγραψε: “Τα λεγόμενα περί ερημώσεως της Πελοποννήσου από των Ελλήνων αυτής κατοίκων και της επί 218 έτη κατοχής αυτής υπό των Αβάρων ή Σλάβων, οι οποίοι εκχριστιανισθέντες κατόπιν είναι οι πρόγονοι των σημερινών Πελοποννησίων, είναι μύθος, στηριζόμενος εις χονδροειδή και ιδιοτελή πλαστογραφίαν. Αστήρικτος επίσης είναι και η γνώμη, ότι οι σημερινοί Πελοποννήσιοι είναι απόγονοι Ελλήνων εποίκων, τους οποίους εκ διαφόρων του κράτους θεμάτων απώκισεν εις την Πελοπόννησον ο Νικηφόρος ο Α΄. Τα εγγενή ελληνικά γένη δεν κατεφθάρησαν ούτε και ηφανίσθησαν ποτέ. Αληθές είναι ότι κατά τον Η΄ κυρίως αιώνα ποιμενικαί σλαβικαί πατριαί, νομαδικώς και ειρηνικώς κινούμενοι, εισέδυσον και εις την Πελοπόννησον και ένεμον τα ποίμνια αυτών εις τας ορεινάς περιοχάς” [Κυριακίδης, σ.94].

Ο Κυριακίδης, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, ονομάζει την ιστορία μύθο, και τον ελληνικό εθνικό μύθο, ιστορία. Αρνείται τα ιστορικά γεγονότα και πλάθει “γεγονότα” με το μυαλό του. Όσα περιέχει αυτό το απόσπασμα, είναι ότι ο ίδιος ονομάζει, χονδροειδή και ιδιοτελή πλαστογραφία.

Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η θέση της ελληνικής εθνικής ιστορικής σχολής, μέχρι τις μέρες μας. Υπενθύμιση από την έδρα, του “εθνικά ορθού” ή αναμάσημα των ίδιων “όχι” και “όχι, δεν είναι έτσι”. Μοναδική “νέα εθνική συμβολή”, η επισήμανση της καθηγήτριας του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Νυσταζοπούλου Πελεκίδου [Πελεκίδου 1995, σ. 45], ότι αυτοί που θεωρούν αξιόπιστο το περιεχόμενο του χρονικού της Μονεμβασίας, είναι “ιστορικοί των Σκοπίων”!

Άμαντος 1944: Άμαντου Κωνσταντίνου, Οι Σλάβοι εις την Ελλάδα, BYZANTINISCH – NEUGRIECHISCHE JAHRBÜCHER, Athen 1944.

Άμαντος 1946: Άμαντου Κωνσταντίνου, Σλάβοι και Σλαβόφωνοι εις τας ελληνικάς χώρας, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, Αθήναι 1946.

Βέης 1909: Βέη Νίκου: Το περί της κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν, ΒΥΖΑΝΤΙΣ, 1 (1909).

Διομήδης 1946: Διομήδη Αλεξάνδρου, Βυζαντιναί μελέται / Αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946

Ζακυθηνός 1945: Ζακυθυνού Διονυσίου, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Συμβολαί στην ιστορίαν του μεσαιωνικού Ελληνισμού, Αθήναι 1945.

Κεραμόπουλος 1945: Κεραμόπουλου Αντωνίου, Οι Έλληνες και οι βόρειοι γείτονες, Αθήναι 1945.

Κορδώσης 1981: Κορδώση Μιχαήλ, Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, Αθήνα 1981.

Κουγέας 1912: Κουγέα Σωκράτους, Επί του καλουμένου χρονικού “Περί της κτίσεως της Μονεμβασίας”, ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ, 9 (1912).

Κυριακίδης 1947: Κυριακίδου Στίλπωνος, Βυζαντιναί Μελέται / Οι Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Θεσσαλονίκη 1947.

Λάμπρος 1884: Λάμπρου Σπυρίδωνος, Ιστορικά Μελετήματα, Αθήναι 1884.

Λάμπρος 1912: Λάμπρου Σπυρίδωνος, Δύο αναφοραί μητροπολίτου Μονεμβασίας προς τον πατριάρχην, ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ, 9 (1912).

Παγουλάτος 1947: Παγουλάτου Σπυρίδωνος, Οι Τσάκωνες και το περί κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν, Αθήναι 1947

Παπαρρηγόπουλος 1969: Παπαρρηγόπουλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, βιβλίο ένατο, Αθήναι 1969.

Πελεκίδου 1995: Νυσταζοπούλου Πελεκίδου Μαρία, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα 1995.

Φαλμεράυερ 1984: Ιακώβου Φιλίππου Φαλμεράυερ, Περί καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, μετάφραση Κωνσταντίνου Ρωμανού, Αθήνα 1984.

Χέρτσμπεργκ 1906: Χέρτσμπεργκ Γ. Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου έως σήμερον, μετάφραση Π. Καρολίδου, τόμος Α΄, Αθήναι 1906.

Χοπφ 1872: Χοπφ Χαρόλου, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Ανασκευή των θεωριών του Φαλμεράυρ, μετάφραση Φραγκίσκου Ζαμβάλδη, Βενετία 1872.

Charanis 1950: Charanis Peter, The Chronicle of Monemvasia and the Question of the Slavonic Settlements in Greece, Dumbarton Oaks Papers, V (1950).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s