«Φάκελος Λακωνική Ιστορία #26» Οι μάχες του Λεωνιδίου και του Αγίου Βασιλείου.


Εισαγωγικό σημείωμα

Πριν λίγες εβδομάδες, κατά τη διάρκεια μιας ακόμα εξόρμησης μας στο βουνό του Πάρνωνα, βρεθήκαμε στο ιστορικό χωριό του Αγίου Βασιλείου. Εκεί τραβήξαμε κάποια βίντεο και βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες, κάποιες από αυτές τις παρουσιάζουμε και σε αυτή τη δημοσίευση σήμερα. Με αφορμή αυτό μας το ταξίδι, συνεχίζουμε με μία ακόμα ιστορική δημοσίευση του αφιερώματος «Λακωνική Ιστορία», ένα αφιέρωμα που ξεκινήσαμε το Γενάρη του 2016 και συνεχίζουμε μέχρι και σήμερα. Όπως έχουμε επισημάνει και σε αρκετά από τα προηγούμενα εισαγωγικά σημειώματα μας, στόχος μας με αυτές τις δημοσιεύσεις, είναι να καταγραφεί η τοπική ιστορία της περιοχής και τα στοιχεία αυτά να τα χρησιμοποιήσουμε για τον εμπλουτισμό της ιστορικής συζήτησης μέσα στα δικά μας σύγχρονα κομμουνιστικά εγχειρήματα. Θεωρούμε την καταγραφή και την μελέτη της ιστορίας πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στα χέρια των ιστοριογράφων του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους και του εθνικού κορμού. Ωστόσο, με τα αποσπάσματα που παραθέτουμε κάθε φορά, δεν σημαίνει ότι τα ασπαζόμαστε κατά γράμμα, θεωρούμε όμως ότι βοηθάνε πολύ στην υπόθεση της ιστορικής αυτομόρφωσης κάθε κομμουνιστή και κομουνίστριας, πέρα και κόντρα από την κυρίαρχη ιδεολογία της επίσημης εθνικής αφήγησης. Τα παρακάτω αποσπάσματα τα πήραμε από το βιβλίο του Αρίστου Καμαρινού «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Πελοπόννησο». Όλες οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Αυτόνομης Πρωτοβουλίας Ενάντια στη Λήθη.

Αυτόνομη Πρωτοβουλία Ενάντια στη Λήθη Μάης 2020

 

Οι μάχες του Λεωνιδίου και του Αγίου Βασιλείου.

Η κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου: Εκεί την περίοδο του ελέγχου του χωριού από το ΔΣΕ δημιουργήθηκαν δομές αυτοοργάνωσης μέσα από συνελεύσεις που γινόντουσαν στις πλατείες με πλατιά και τη γυναικεία συμμετοχή

Το δεύτερο 10ήμερο του Γενάρη 1949, το κλιμάκιο της 3ης Μεραρχίας, με επικεφαλής τον Πολιτικό επίτροπο Βαγγέλη Ρογκάκο, και όλη η παρατακτική δύναμη της 55ης  Ταξιαρχίας – τρία τάγματα πεζικού και μια πυροβολαρχία, συνολικής δύναμης 850 ανταρτών- είχαν εγκατασταθεί στα χωριά Βαμβακού, Βαρβίτσα και Καρυές, στην ελεύθερη περιοχή του Πάρνωνα. Όταν πληροφορήθηκαν ότι στις 17/1/1949 οι δύο ΜΟΚ, που είχαν εγκατασταθεί στις δυτικές πλαγιές του Κεντρικού Πάρνωνα, κινήθηκαν προς Σπάρτη, προφανώς για ανάπαυση (το χιόνι είχε φτάσει στα ψηλότερα μέρη του Πάρνωνα το 1 μέτρο), έως ότου φτάσουν στην νότια Πελοπόννησο οι από βορρά της Πελοποννήσου κινούμενες δυνάμεις του Συγκροτήματος της 9ης Μεραρχίας, για να αρχίσουν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους στη νότια Πελοπόννησο, έθεσαν σ’ εφαρμογή το σχέδιο της Μεραρχίας του ΔΣΕ για επίθεση στην κωμόπολη του Λεωνιδίου, στις υπώρειες του ανατολικού Πάρνωνα, κοντά στις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου, όπου είχαν εγκατασταθεί ισχυρές δυνάμεις στρατού, χωροφυλακής και ΜΑΥδων, οχυρωμένες σε φυλάκια στην περίμετρο και στο εσωτερικό της κωμόπολης, με κύριο στήριγμα της αμυντικής τους διάταξης το «Μύλο Μυλωνάκη»- έναν πύργο που έμοιαζε με μικρό φρούριο, στην ανατολική όχθη ενός χειμάρρου που ρέει σε μια βαθιά ρεματιά. Ο πύργος αυτός δεσπόζει σ’ όλη την περιοχή του Λεωνιδίου, μέχρι τις παραλιακές ακτές.

Στο Λεωνίδιο υπήρχαν μεγάλες ποσότητες οπλισμού και πυρομαχικών, αποθηκευμένες σε στρατιωτικά κτίρια, για τον ανεφοδιασμό όλων των κυβερνητικών δυνάμεων της Ανατολικής Πελοποννήσου.

Σύμφωνα με το σχέδιο της επιχείρησης, στην ανατολική περιοχή του Λεωνιδίου, προς Τυρό και πέρα Μέλανα, στην παραλιακή ζώνη, κατέλαβε θέσεις το Τάγμα Τσουκόπουλου, για να καλύπτει τα επιτιθέμενα τμήματα από Άστρος, Άγιο Ανδρέα και από θάλασσα, αν κατέφθαναν πολεμικά πλοία, που εκείνη την περίοδο περιπολούσαν σ’ όλες τις ακτές της Πελοποννήσου. Ο διοικητής της ταξιαρχίας Θόδωρος Πρεκεζές και το κλιμάκιο της Μεραρχίας εγκαταστάθηκαν στη περιοχή του χωριού Τσιτάλια, στο ύψωμα «Μερόχωρο». Τα τμήματα του αρχηγείου Πάρνωνα, με επικεφαλής το διοικητή του, ταγματάρχη Γιώργο Ατζακλή, κατέλαβαν θέσεις πλαγιοφυλακής στην παραλιακή ζώνη νότια του Λεωνιδίου, στη περιοχή του χωριού Πούλιθρα. Μια διλοχία του 3ου Τάγματος της Ταξιαρχίας θα χτυπούσε τα φυλάκια στο εσωτερικό της κωμόπολης (στη συνοικία« Κουλασό», στο δημοτικό σχολείο, στη γέφυρα κ.ά) και το δεύτερο Τάγμα της 55ης Ταξιαρχίας (διοικητής τους ο ταγματάρχης Ντίνος Βρεττάκος)  κατέλαβε θέσεις στο περίγυρο του οχυρού « Μύλος Μυλωνάκη», βόρεια της κωμόπολης.

Ο αντισυνταγματάρχης Θόδωρος Πρεκεζές και ο πολιτικός επίτροπος της Μεραρχίας Βαγγέλης Ρογκάκος επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς στη διάρκεια της μάχης με τα κέντρα πληροφοριών της Ταξιαρχίας, που είχαν, ειδικά για την επιχείρηση αυτή, εγκατασταθεί σε πολλά σημεία του δυτικού Πάρνωνα, για να παρακολουθούν τις κινήσεις των δύο Μοιρών Ορεινών Καταδρομών (ΜΟΚ) που όπως ανέφερα πιο πάνω είχαν εγκαταλείψει τον ορεινό όγκο του Πάρνωνα και είχαν εγκατασταθεί στη Σπάρτη, αλλά, επίσης τηλεφωνικώς, συνδέονταν με τους διοικητές των τμημάτων που ενεργούσαν την επίθεση όσο και μ’ εκείνους των πλαγιοφυλακών. Το σχέδιο της επιχείρησης δεν καθόριζε «ωφέλιμο χρόνο επίθεσης» Η διάρκεια της μάχης θα εξαρτιόταν από το χρόνο που οι πλαγιοφυλακές θα κρατούσαν μακριά από το πεδίο της μάχης τις κυβερνητικές δυνάμεις που θα κινούνταν από Άστρος – Άγιο Ανδρέα ή θ’ αποβιβάζονταν κάπου στην παραλιακή ζώνη (όπου είχαν προσεγγίσει τα πολεμικά πλοία «Σύμη» και «Πίνδος» και έβαλλαν τα κανόνια τους τις θέσεις που κατείχαν οι αντάρτες στη διάρκεια της μάχης.)

Η επίθεση άρχισε τα μεσάνυχτα της 20 προς 21 Γενάρη κι έπειτα από εξάωρη σκληρή μάχη, ιδιαίτερα στο οχυρό « Μύλος Μυλωνάκη», η κωμόπολη καταλήφθηκε και οι αμυνόμενοι, όσοι διασώθηκαν, καλυπτόμενοι από τα πυρά των δύο πολεμικών πλοίων συμπτύχθηκαν προς την παραλία.

ένα παλιό σύνθημα του ΚΚΕ στον Άγιο Βασίλειο μας έκανε να αναρωτηθούμε αν ήταν από εκείνη την εποχή

Το Λεωνίδιο καταλήφθηκε αλλά εκμετάλλευση της επιτυχίας δεν έγινε, γιατί ο Πρεκεζές έδωσε το σύνθημα της υποχώρησης, τηλεφωνικώς και με συνδέσμους, σ’ όλα τα τμήματα που είχαν πάρει μέρος στη μάχη, λίγα λεπτά της ώρας μετά την πτώση του φρουρίου « Μύλος Μυλωνάκη» και την εισβολή τμημάτων της διλοχίας Μπουραζάνη στο εσωτερικό της κωμόπολης. Τι είχε συμβεί που δεν πάρθηκε ο οπλισμός από τις στρατιωτικές αποθήκες;

Πιστεύω ακράδαντα ότι οι Ρογκάκος και Πρεκεζές, δυο από τα εμπειρότερα και ικανότερα στελέχη της 3ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, αποφάσισαν να εγκαταλειφθεί εσπευσμένα ο χώρος του Λεωνιδίου από τα τμήματα της 55ης Ταξιαρχίας και του αρχηγείου Πάρνωνα μόλις ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά ότι οι 1000 περίπου λοκατζήδες είχαν κινηθεί από Σπάρτη προς Βαμβακού- κορυφή του Πάρνωνα και από Γεράκι προς Κοσμά, κινήσεις που θα έθεταν σε άμεσο κίνδυνο τα τμήματα των ανταρτών, που θα βρίσκονταν κυκλωμένα στην περιοχή του Λεωνιδίου, από τις κυβερνητικές δυνάμεις που είχαν ήδη κινηθεί προς ενίσχυση των αμυνομένων στο Λεωνίδιο και από τα τμήματα των δύο ΜΟΚ. Επιβαλλόταν να προφθάσουν τα αντάρτικα τμήματα να καταλάβουν τα στρατηγικά σημεία του Ανατολικού Πάρνωνα, στον περίγυρο των χωριών Κοσμάς και Άγιος Βασίλειος.

Όσα γράφω παραπάνω για τη μάχη του Λεωνιδίου τα βασίζω στην εμπειρία από παρόμοιες μάχες που είχα πάρει μέρος εκείνη την περίοδο, στην επιτόπια έρευνα που έκανα όταν προ καιρού επισκέφτηκα την περιοχή του Λεωνιδίου, του Αγίου Βασιλείου και του Κοσμά και κυρίως στη λεπτομερή αφήγηση του Μήτσου Μπουραζάνη για τη μάχη του Λεωνιδίου, όταν τα τάγματά μας συναντήθηκαν στο χώρο του βουνού Ελληνίτσα- Δυτικού Ταΰγετου, βαδίζοντας εκείνος προς τον Αλφειό – Ηλεία, εγώ δε, προς κεντρικό Ταΰγετο, στις αρχές του Μάρτη του 1949.

Οι μάχες του Λεωνιδίου και του άγιο Βασίλη την οποία περιγράφω αμέσως παρακάτω, ήταν ιστορικές για τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου στην περίοδο του εμφυλίου, γιατί, σε συνδυασμό με τις άλλες αποτυχίες ανεφοδιασμού μας με πολεμικό υλικό από το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ, αποτέλεσαν την κύρια αιτία της ήττας μας το 1949 στην Πελοπόννησο.

Όλοι καταλαβαίνουν, πιστεύω, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της τελικής σύγκρουσής μας με τις κυβερνητικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο το 1949, αν ο Δημοκρατικός Στρατός  είχε εφοδιαστεί από το Γενικό Αρχηγείο ή είχε γίνει  πλήρης εκμετάλλευση της επιτυχίας της 55ης Ταξιαρχίας στη μάχη του Λεωνιδίου. Σίγουρα οι κυβερνητικές δυνάμεις, το συγκρότημα, ιδιαίτερα, της 9ης εχθρικής Μεραρχίας δεν θα μπορούσε ν’ αποσυρθεί από την Πελοπόννησο, τουλάχιστον πριν από το τέλος του 1949. Και τότε πόσο διαφορετικές θα ήταν οι εξελίξεις!

Για την πλήρη ενημέρωση του αναγνώστη για τις δυο αυτές μάχες, παραθέτω παρακάτω απόσπασμα από τα βιβλία του υποστράτηγου Τσιγγούνη και της «Στρατιωτικής Διοίκησης Πελοποννήσου» σελ. 176 και 79 αντίστοιχα:

α. Ο Τσιγγούνης γράφει και τα εξής:

«…[ τμήματα της 55ης  Ταξιαρχίας του ΔΣΠ] επετέθησαν εναντίον του Λεωνιδίου Κυνουρίας και επέτυχον παρά την πείσμονα και γενναίαν αντίστασιν  της φρουράς και των κατοίκων, λόγω ιδία της εν αφθονία χρησιμοποιήσεως εκτοξευτών (Πάντζερς) εναντίον των οχυρωμάτων των, να εξουδετερώσουν όλα τα φυλάκεια, εγκαταλειφθέντα υπό των ανδρών των και καταφυγόντων εις την παραλίαν. Οι Κ/Σ ηδυνήθησαν να εισέλθωσιν εις την πόλιν, εις τας αποθήκας της οποίας ευρίσκοντο μεγάλαι ποσότητες πολεμικού υλικού. Λόγω όμως εσφαλμένων υπολογισμών υπό των Κ/Σ ως προς την κίνησιν ενισχύσεων Εθνικών Δυνάμεων, απεσύρθησαν λίαν προώρως και δεν προέβησαν εις λεηλασίαν, καταφυγόντες εις Παλαιοχώριον….1

Αι Γ’ και Δ’  ΜΟΚ, αίτινες κατόπιν διαταγής της ΑΣΔΠ εκινήθησαν εκ της περιοχής Βαμβακούς προς ενίσχυσιν της φρουράς Λεωνιδίου κατόρθωσαν, κινηθείσαι δια συντόμου πορείας νυχθημερόν υπό πυκνωτάτην χιώνα, να κυκλώσωσι τους εις Άγιον Βασίλειον καταφυγόντας, χωρίς να γίνωσι αντιληπτοί υπό τούτων, μη εχόντων λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας. Επιτεθείσαι δε αιφνιδιαστικώς, τας πρωϊνάς ώρας της 22 του μηνός επέφερον σύγχυσιν και πανικόν εις τους Κ/Σ σχόντας περί τους 180 νεκρούς και τραυματίας…

Αι εις Παλαιοχώριον ευρισκόμενοι Κ/Σ μονάδες έσπευσαν εις βοήθειαν των ανωτέρω, δεν επρόφθασαν όμως να επέμβωσιν εις την μάχην λόγω της ραγδαιοτάτης εξελίξεως των γεγονότων. Ουχ ήττον εκινήθησαν προς καταδίωξιν των ΜΟΚ πορευομένων προς Λεωνίδιον και καταφθάσαντες τον λόχον οπισθοφυλακής τον προσέβαλον προξενήσαντες εις τούτον απωλείς τίνας». (Η υπογράμμιση του Α.Κ)

β. Η«Στρατιωτική Διοίκηση Πελοποννήσου» αναφέρει και τα εξής:

«Την 21/01/1949 οι Κ/Σ  και δυνάμεις της 55ης Ταξιαρχίας, ενισχυμέναι παρά δυνάμεων των Αρχηγείων Πάρνωνος και Ταΰγετου. ενεργούν μεγάλη επίθεσιν εναντίον της πόλεως του Λεωνιδίου, καθ’ ην κατορθώνουν την εξουδετέρωσιν απάντων των φυλακίων, άτινα προ της πιέσεως των Κ/Στών εγκαταλέιφθησαν  υπό των υπερασπιστών τους, αποσυρθέντων εις παραλίαν του Λεωνιδίου.

Οι Κ/Σται καίτοι έγιναν κύριοι της πόλεως δεν εξεμεταλλεύθησαν την επιτυχίαν των δια την λαφυραγώγησιν των εις μεγάλιν ποσότητα ευρισκομένων εις αποθήκας πολεμικών υλικών, αλλά συνεπτύχθησαν προώρως, λόγω εσφαλμένων υπολογισμών και βεβιασμένων ενεργειών παρά της Διοικήσεως των εκεί Κ/Σκών τμημάτων».

Ο Δημήτρης Κοττής

Μετά τη μάχη του Λεωνιδίου, η διοίκηση της 55ης Ταξιαρχίας και το 1ο και 2ο Τάγματά της εγκαταστάθηκαν, μαζί με το Κλιμάκιο της 3ης Μεραρχίας στα χωριά Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, το τμήμα του Αρχηγείου Πάρνωνα στο χωριό Κοσμάς και το τάγμα Τσουκόπουλου, έπειτα από διαταγή του Πρεκεζέ, εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία «Πηγάδι Χιόνη» δυτικά του Άγιο Βασίλη, όπου βρισκόταν μόνιμα, όλος ο μηχανισμός των υπηρεσιών της Ταξιαρχίας και του Αρχηγείου Πάρνωνα (Επιμελητεία, Υγειονομική υπηρεσία, μαγειρεία κ.τ.λ»

Με τη διαταγή της αυτή, η 55η Ταξιαρχία, εκτός του ότι απέφυγε να χτυπηθεί από τα νώτα την ημέρα της επίθεσής της στο Λεωνίδιο, θα μπορούσε να κυκλώσει σε κάποια στιγμή τις δύο ΜΟΚ, όταν θα κινούνταν προς Λεωνίδιο.

Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά, εξαιτίας των λαθών και παραλείψεων των διοικητών των λόχων, του Διοικητή του Τάγματος Αλέκου Τσουκόπουλου και του Πολιτικού Επιτρόπου της 55ης Ταξιαρχίας Μήτσου Κοττή, ο οποίος είχε ακολουθήσει το τάγμα αυτό στην αποστολή του ως πλαγιοφυλακή στη μάχη του Λεωνιδίου και βρισκόταν την ημέρα αυτή στο χωριό Άγιος Βασίλης.

Το πρώτο λάθος ήταν ότι το Τάγμα εγκατέλειψε, τη νύχτα της 21 προς 22/01/49, την τοποθεσία «Πηγάδι Χιόνη» (πιθανότατα επειδή εξαπατήθηκε από χαλκευμένο τηλεφώνημα που μεταδόθηκε από το τηλεφωνικό κέντρο του Δυτικού Πάρνωνα από λοκατζήδες, που είχαν αιφνιδιάσει και συλλάβει τους αντάρτες τηλεφωνητές) και κατά τα μεσάνυχτα μπήκε στο χωριό Άγιος Βασίλης όπου εγκαταστάθηκε, χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα και χωρίς να ελέγξει ο διοικητής του Τάγματος, αν ελήφθησαν έστω και τα ελλιπή μέτρα που είχαν διαταχτεί να πάρουν και οι τρεις λόχοι του, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί από τους λοκατζήδες. Δεν ανέφερε τηλεφωνικά στην Ταξιαρχία  ότι δέχτηκε επίθεση μέσα στο χωριό, δεν επωφελήθηκε από το γεγονός ότι από τα ανατολικά το χωριό δεν ήταν κυκλωμένο, επειδή ανθίστατο ηρωικά μια διμοιρία ανταρτών, που είχε καταλάβει την τοποθεσία του νεκροταφείου του χωριού, ο διοικητής του Τάγματος «έχασε τη διοίκηση από τα χέρια του», οι λόχοι κινήθηκαν αυτόβουλα – «πρώτος και καλύτερος ο λόχος επιφυλακής (λοχαγός ο Κ. Παπακωνσταντίνου ή Μπελάς) – προς διάφορες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να διαλυθεί το Τάγμα και να έχει 100 νεκρούς, πολλούς τραυματίες και 35 αιχμαλώτους, τους οποίους σκότωσαν οι λοκατζήδες, αμέσως όταν τους συνέλαβαν.

Όταν επενέβησαν στη μάχη τα άλλα δυο Τάγματα της 55ης Ταξιαρχίας ήταν πλέον αργά. Οι λοκατζήδες είχαν εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης. Το γεγονός όμως ότι έφυγαν πανικόβλητοι προς Λεωνίδιο, όταν ο λόχος οπισθοφυλακής τους δέχτηκε επίθεση από το Τάγμα Βρεττάκου και που δύσκολα κατόρθωσε να ξεφύγει προς τα παράλια, με πολλές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες, δείχνει ποια θα ήταν η έκβαση της μάχης στον Άγιο Βασίλη αν το Τάγμα Τσουκόπουλου δε διαλυόταν μέσα σε λίγη ώρα αλλ’ αντιστεκόταν, έστω για μισή ώρα, μετά την εισβολή των λοκατζήδων στον Άγιο Βασίλη. Ας σημειωθεί ότι τμήμα στρατού μεγαλύτερο της διμοιρίας ποτέ δεν αιφνιδιάζεται μέσα σε μικρό κατοικημένο τόπο, όπως είναι το χωριό Άγιος Βασίλης. Μόνο με την ομάδα διοίκησης και με τη διμοιρία επιφυλακής ένας λόχος, όχι τάγμα, αν πιάσει τρία σπίτια για να εγκαταστήσει τα πολυβολεία του, σε τρόπο που να αλληλοϋποστηρίζονται, μπορεί να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο τμήμα στρατού επί ένα δίωρο τουλάχιστον. Εδώ, στη μάχη του Άγιο Βασίλη αιφνιδιάστηκε ένα ολόκληρο τάγμα ανταρτών!

Για όλους αυτούς τους λόγους, μετά από τη μάχη, ο διοικητής του Τάγματος Αλέκος Τσουκόπουλος και ο πολιτικός επίτροπος Πάνος Κοντογιάννης παραπέμφθηκαν σε Ανταρτοδικείο στις 2 φλεβάρη 1949, αφού είχε προηγηθεί προανάκριση που κράτησε ένα δεκαήμερο.

Κατά την προανάκριση, ήταν κατηγορούμενοι και οι διοικητές των δύο λόχων του Τάγματος, οι Παν. Σκάγκος και Κων. Παπακωνσταντίνου -ο τρίτος διοικητής λόχου, ο Δημ, Κουτρουλάκης σκοτώθηκε στη μάχη, όταν, πειθαρχώντας σε διαταγή του διοικητή του Τάγματος προσπάθησε να επιστρέψει στην πλατεία του χωριού – αλλά δεν παραπέμθηκαν στο Ανταρτοδικείο, γιατί κατά την προανάκριση ο Αλέκος Τσουκόπουλος πήρε όλη την ευθύνη επάνω του.

Το Ανταρτοδικείο συνήλθε στο προαύλιο της εκκλησίας του χωριού, με πρόεδρο τον Ταγματάρχη Ντίνο Βρεττάκο, μέλη τους Παν. Γεωργόπουλο, λοχαγό, και Τάκη Κατελάνο, υπολοχαγό, και επίτροπο το λοχαγό Βασίλη Μανδηλάρη, και έπειτα από πολύωρη συνεδρίαση καταδίκασε ομόφωνα σε θάνατο τον Αλέκο Τσουκόπουλο- εκτελέστηκε την επόμενη ημέρα- και σε θάνατο με αναστολή 5 χρόνων τον Κοντογιάννη, ο οποίος παραδέχτηκε την ενοχή του και ζήτησε την επιείκια του Ανταρτοδικείου.

Για πληρέστερη ενημέρωση του αναγνώστη για τη μάχη του Άγιο Βασίλη, έχω παραθέσει πιο πάνω αποσπάσματα από τα βιβλία των αντιπάλων μας στρατιωτικών, του υποστράτηγου Αλ. Τσιγγούνη και της «Στρατιωτικής Διοίκησης Πελοποννήσου». Κρίνω όμως χρήσιμο να διαβάσει ο αναγνώστης τούτου του βιβλίου και ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη που έδωσα στο συγγραφέα Γιάννη Λέφα 2 για τη μάχη του Άγιο Βασίλη και για την καταδίκη από το Ανταρτοδικείο και την εκτέλεση του Αλέκου Τσουκόπουλου:

« Αποτέλεσμα της μάχης αυτής: α. 135 νεκροί αντάρτες και θρίαμβος των λοκατζήδων που, αν δεν αιφνιδιαζόταν το Τάγμα Τσουκόπουλου θα ήταν αυτοί οι ηττημένοι.

β. Κλονίστηκε σοβαρά η πειθαρχία της 55ης Ταξιαρχίας και διασαλεύτηκε η συνοχή της. Έπεσε το ηθικό των ανταρτών.

Αντίθετα με ό,τι συνέβη στον Άγιο Βασίλη, το τμήμα Ατζακλή, στο χωριό Κοσμάς, όταν ειδοποιήθηκε από τον Πρεκεζέ για τις κινήσεις των λοκατζήδων και ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί στον Άγιο Βασίλη, βγήκε από το χωριό στα γύρω υψώματα και αντιμετώπισε αποτελεσματικά μια διλοχία κυβερνητικού στρατού που είχε κινηθεί από το χωριό Γεράκι (βλέπε σχετικά το βιβλίο του Κ. Παπακωνσταντίνου σελ 893.)

Λίγες μέρες μετά τη μάχη, Ο Πρεκεζές όρισε Ανακριτική επιτροπή ( πρόεδρος ο ταγματάρχης Ατζακλής και μέλη οι ανθυπολοχαγοί Σαράντος Οικονομάκος και Παν. Κατελάνος), η οποία εξέτασε τους Τσουκόπουλο, Κοντογιάννη (πολιτικός επίτροπος του Τάγματος) και τους διοικητές λόχων.

Ο Τσουκόπουλος στην κατάθεσή του στην Ανακριτική Επιτροπή δεν παραδέχτηκε την ευθύνη του και υποστήριξε ότι ούτε οι άλλοι τέσσερις αξιωματικοί ευθύνονται για την πανωλεθρία αυτή στον Άγιο Βασίλη. Έτσι στο Ανταρτοδικείο παραπέμθηκαν ο Αλέκος Τσουκόπουλος και ο Πάνος Κοντογιάννης. Πρόεδρος του Ανταρτοδικείου ήταν ο ταγματάρχης Κ. Βρεττάκος και Λαϊκός Επίτροπος ο υπολοχαγός Βασίλης Μανδηλάρης, υπεύθυνος διαφώτισης της Ταξιαρχίας.

Το Ανταρτοδικείο καταδίκασε ομόφωνα τον Αλέκο Τσουκόπουλο και τον Πάνο Κοντογιάννη σε θάνατο. Στο δεύτερο, που παραδέχτηκε την ευθύνη του δόθηκε αναστολή.

Ας μη νομίσει κανείς, αγαπητέ Γιάννη, ότι εμείς οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου, όσοι επιζήσαμε, δε λυπούμαστε για το χαμό του Ταγματάρχη Αλέκου Τσουκόπουλου. 3

Και μεις όπως όλοι οι κομμουνιστές όπου γης, αγωνιστήκαμε και αγωνιζόμαστε για να μπει οριστικό τέρμα σε όλους τους πολέμους, με την επικράτηση σε όλο τον κόσμο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Στον αγώνα αυτό χάσαμε και τον κομμουνιστή Αλέκο Τσουκόπουλο, που έπεσε θύμα των ίδιων των νόμων που διέπουν όλους τους εμφύλιους. Τους αδυσώπητους αυτούς νόμους τους εφαρμόζει αναγκαστικά και κάθε Λαϊκός Επαναστατικός Στρατός. Αν δεν το έκανε αυτό τότε δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Θα ήταν καταδικασμένος σε διάλυση από την πρώτη ημέρα της δημιουργίας του».

Ας μου επιτραπεί να παραθέσω εδώ ένα άλλο περιστατικό του Εμφύλιου πολέμου 1946-1949, το οποίο συνέβη στο αντίπαλο στρατόπεδο και για το οποίο γράφει στο βιβλίο του Δεκέμβρης- Εμφύλιος 1946-1949, ο Σόλωνας Γρηγοριάδης, στη σελ. 388:

Μέσα σ’ εκείνο τον πανικό, ο Δημοκρατικός Στρατός εξακόντισε νέα επίθεση κατά της Καστοριάς. Την 20ή Σεπτέμβρη 1948, τέσσερις Ταξιαρχίες ανταρτών εφόρμησαν μέσα από τις βαθιές χαραδρώσεις του Δενδροχωρίου. Αλλά στο μεταξύ, οι κυβερνητικές δυνάμεις κατόρθωσαν κάπως ν’ ανασυγκροτηθούν. Ογδόντα περίπου στρατιώτες καταδικάστηκαν σε θάνατο και τουφεκίστηκαν μέσα στη μάχη. Έτσι αποκαταστάθηκε η πειθαρχία και οι αντάρτικες Ταξιαρχίες αναχαιτίστηκαν» (οι υπογραμμίσεις του Α.Κ.)

1. Ο υποστράτηγος Τσιγγούνης γράφει ότι δεν εκμεταλλεύτηκαν την επιτυχία τους από εσφαλμένους υπολογισμούς κ.τ.λ, αλλά δεν μας λέει πως θα μεταφέρονταν οι μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού στον Πάρνωνα, με τα 300 μεταγωγικά ζώα που είχαν συγκεντρώσει οι αντάρτες της Επιμελητείας της 55ης Ταξιαρχίας για να μεταφέρουν αυτό το υλικό σε διάφορα σημεία του Πάρνωνα, όταν τα υψώματα της ανατολικής πλαγιάς του θα τα κατείχαν οι δυο μοίρες καταδρομών.

2. Η συνέντευξή μου αυτή δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Γ. Λέφα Ο δημοκρατικός Στρατός Πελοποννήσου, τόμος Β’, σελίδα 63.

3. Κάθε όμως γεγονός πρέπει να εξετάζεται μέσα στην εποχή του και όχι με κριτήρια της δικής μας εποχής, ας μην το ξεχνάμε αυτό. Κι εγώ με βάση αυτή την αρχή του Ιστορικού Υλισμού κρίνω τα γεγονότα του Εμφύλιου Πολέμου 1946-1949.

ΑΡΙΣΤΟΣ ΚΑΜΑΡΙΝΟΣ

Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ 1946-1949

ΣΕΛ. 544-552

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«Φάκελος Λακωνική Ιστορία #26» Οι μάχες του Λεωνιδίου και του Αγίου Βασιλείου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s