Φάκελος Λακωνική Ιστορία #06 «Οι Εβραίοι της Λακεδαιμονίας»


 

1.Εισαγωγικό σημείωμα της ομάδας μελέτης

Η ομάδα μελέτης της ιστορίας της Λακωνίας έχει την χαρά να παρουσιάζει σήμερα τρία κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος «ΧΡΟΝΙΚΑ» αριθμός φύλου 225, που κυκλοφόρησε τον Γενάρη/Φλεβάρη του 2010. Τα τρία αυτά κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στο τεύχος κρίναμε ότι είναι σημαντικά για την έρευνα μας και αυτό γιατί είναι από τα λίγα που έχουμε στο αρχείο μας σχετικά με την Εβραϊκή παρουσία στην Λακωνία. Ωστόσο και γενικότερα οι πηγές για το ζήτημα αυτό δεν είναι πάρα πολλές, γιαυτό οι ελάχιστες που υπάρχουν ύστερα από κοπιαστική έρευνα λίγων ιστορικών είναι ιδιαίτερα πολύτιμες.

Πρόκειται για τα κείμενα «Τι απέγιναν οι Εβραίοι της Λακεδαιμονίας» του κ. Δημήτρη Σαραντάκου, μια συνοπτική εξιστόρηση με ενδιαφέροντα στοιχεία που αποδεικνύουν την Εβραϊκή παρουσία στην περιοχή, καθώς και για τον ρόλο του προστάτη «οσίου» της Σπάρτης Νίκωνα. Το δεύτερο κείμενο με τίτλο «Όταν οι Ιουδαίοι γνώρισαν τους Λακεδαιμόνιους» του Καθηγητή Πέτρου Θέμελη  που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ το 2005, και πραγματεύεται την σχέση του πληθυσμού με το Εβραϊκό θρησκευτικό στοιχείο. Τέλος το αναλυτικό μελέτημα του Καθηγητή Αλέξη Γ.Κ. Σαββίδη για την παρουσία Εβραίων στην Σπάρτη στα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα.

Όπως έχουμε υπογραμμίσει και σε προηγούμενα εισαγωγικά σημειώματα, για μας η μελέτη της ιστορίας σε βάθος μπορεί να παίξει έναν αποφασιστικό ρόλο στην απόκρουση και απογύμνωση των επιχειρημάτων της ελληνικής ιδεολογικής αφήγησης του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους, και των μύθων του περί συνέχισης της ελληνικής φυλής από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Βέβαια στόχος μας δεν είναι μόνο αυτός. Θεωρούμε ότι η φώτιση πλευρών της ιστορίας μπορεί επίσης να συμβάλει στην παραπέρα ανάγνωση και ανάπτυξη της κριτικής σκέψης που τόσο ανάγκη έχουμε σήμερα. Μια διαλεκτική επαναπροσέγγιση της ιστορίας και κατανόησης των παραγόντων που οδήγησαν στην κατασκευή των εθνικών ταυτοτήτων που έφερε η Γαλλική επανάσταση και ο διαφωτισμός.  Αλλά και τις ταξικές και άλλες συγκρούσεις της εποχής εκείνης, τα πογκρόμ και τις σφαγές που κρύβει καλά η κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Η μελέτη της ιστορίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας σύγχρονης κομμουνιστικής πολιτικής, και αυτό γιατί βοηθάει την ανατρεπτική και ανταγωνιστική κίνηση για να περάσουμε στην πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας. Την σημερινή μας δημοσίευση επιμελήθηκαν 2 άτομα της ομάδας μελέτης και την αφιερώνουμε σε όλους όσους στην Λακωνία μας ζητούσαν αποδείξεις και στοιχεία, για το αν ζούσαν Εβραϊκές κοινότητες στην περιοχή. Ειδικά το κείμενο του κ. Σαραντάκου που αναφέρει για τα σλαβικά φύλα όπως αυτό τον Μηλλιγγών, το χρονικό της Μονεμβασίας (που θα γράψουμε αναλυτικά στο μέλλον) , το αφιερώνουμε σε όσους/ες βγάζουν πύρινους λόγους σε καφενεία της περιοχής για το ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών. Και εδώ δεν εννοούμε μόνο τους οργανωμένους φασίστες, αλλά και άτομα από άλλους πολιτικούς χώρους που δεν θα κατονομάσουμε. Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο το ΧΡΟΝΙΚΑ αριθ. φύλου 225. εδώ Τελειώνοντας αυτό το εισαγωγικό σημείωμα πρέπει να πούμε ότι οι υπογραμμίσεις με μαύρους χαρακτήρες είναι δικές μας.

Η ομάδα μελέτης 25 Ιουνίου 2016

2. Οι Εβραίοι της Λακεδαιμονίας

Το θέμα των Εβραίων στη Λακεδαιμονία, η ύπαρξη Ισραηλιτικής Κοινότητας ήδη από την π.Χ. εποχή, έχει απασχολήσει τους ιστορικούς που το εξέτασαν από διάφορες πλευρές. Στο
παρόν περιοδικό έχουν δημοσιευθεί σχετικά άρθρα στα τεύχη 24/σελ. 8, 66/4, 90/14 και 99/15.

Σήμερα παρουσιάζουμε μία συγκεντρωτική παρουσίαση-αφιέρωμα με τη δημοσίευση συνοπτικής εξιστόρησης από τον κ. Δ. Σαραντάκο, κείμενο για συνεργασία του βασιλέα της
Σπάρτης Αρέα με τον αρχιερέα των Ιουδαίων Οινία Α ́ από τον Καθηγητή κ. Π. Θέμελη και αναλυτικό μελέτημα του Καθηγητή Αλέξη Γ.Κ. Σαββίδη για την παρουσία Εβραίων στην Σπάρτη στα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα.

Τι απέγιναν οι Εβραίοι της Λακεδαιμονίας;

Του Δημήτρη Σαραντάκου

 

Λακεδαιμονία ονομαζόταν κατά την ύστερη Αρχαιότητα και τον πρώιμο Μεσαίωνα (από τον 5 ο ως τον 11 ο αιώνα), η Σπάρτη. Το αρχαίο όνομά της είχε περιπέσει σε αχρηστία γιατί δεν ήταν συμπαθές στους Ρωμαίους. Εξακολουθούσε πάντως για μερικούς αιώνες να παραμένει σημαντική πόλη, πριν παρακμάσει κι αυτή και ο πληθυσμός της σκαρφαλώσει στον γειτονικό λόφο «του Μυζηθρά», που έγινε ο Μυστράς των Δεσποτών του Μορέως και της Τουρκοκρατίας. Στη Λακεδαιμονία λοιπόν υπήρχε σημαντική ισραηλιτική παροικία, συγκροτημένη σε κοινότητα,
που συντηρούσε επιβλητική συναγωγή. Για το πότε ήρθανε στη Λακωνία Εβραίοι δεν είναι εξακριβωμέ νο ιστορικά. Υπάρχει μια μαρτυρία, που την καταγράφει ο Ιώσηπος, σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς της Σπάρτης Άρειος, αναζητώντας συμμάχους και υποστηρικτές στην αναμέτρησή του με τους Μακεδόνες, έστειλε επιστολή στον Αρχιερέα Ονία τον Γ’, μνημονεύοντας τις πανάρχαιες σχέσεις μεταξύ Σπαρτιατών και Εβραίων, που ξεκινούσαν από την κοινή καταγωγή τους από την εποχή του Αβραάμ.

Η πληροφορία αυτή όμως δεν διασταυρώνεται από καμιάν άλλη πηγή. Επί πλέον δεν υπήρξε βασιλιάς της Σπάρτης με το όνομα Άρειος, αλλά δύο με το όνομα Αρεύς, ο Αρεύς Α ́ (309-265 π.Χ.) και ο Αρεύς Β ́ που πέθανε όταν ήταν ακόμη παιδί το 255.Προφανώς ο Ιώσηπος (ασχέτως από την παραλλαγή του ονόματος, που συνήθιζε), εννοεί τον πρώτον,που ήταν όμως σύγχρονος με τον αρχιερέα Ονία τον Α ́, παππού του Ονία του Γ ́.Την παρουσία πάντως Εβραίων στην Σπάρτη-Λακεδαιμονία (όπως άλλωστε και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας), την επιβεβαιώνουν τόσο ιστορικές πηγές όσο και αρχαιολογικά ευρήματα.Τον 8 ον αιώνα, Άραβες από τη Βόρεια Αφρική,  που έκαναν συνεχείς επιδρομές στα παράκτια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατάκτησαν την Κρήτη, που την κράτησαν για 138 χρόνια (823-961). Μολονότι ήταν ανεκτικοί απέναντι στις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες (ιουδαϊσμό και χριστιανισμό), αφού αναφέρεται πως, στο διάστημα της αραβικής κατοχής, έγιναν ως και Σύνοδοι (χριστιανών) ιεραρχών της Κρήτης, ένα μέρος του πληθυσμού φαίνεται πως μεταστράφηκε (με εξαναγκασμό ή όχι) στο Ισλάμ.

Όταν επί Νικηφόρου Φωκά οι Βυζαντινοί ανέκτησαν τη μεγαλόνησο, δεν έδειξαν την ίδια με τους Άραβες ανοχή και όσοι εξισλαμισθέντες επέζησαν από τις πολεμικές επιχειρήσεις, ξανάγιναν

Εβραϊκός τάφος στο Μυστρά. Ταφόπλακα του Αβραάμ Τωβίλ, ο οποίος έζησε μαζί με την οικογένειά του στο λεγόμενο «Εβραιομαχαλά» του Μυστρά.

Εβραϊκός τάφος στο Μυστρά. Ταφόπλακα
του Αβραάμ Τωβίλ, ο οποίος έζησε μαζί με την οικογένειά του στο λεγόμενο «Εβραιομαχαλά» του Μυστρά.

με τη βία χριστιανοί. Στον επανεκχριστιανισμό αυτών των Κρητών, πρωτοστάτησε ένας καλόγερος από την Παφλαγονία, ο Νίκων ο επονομαζόμενος «Μετανοείτε». Μετά την ανάκτηση της Κρήτης ο Νίκων ήρθε στη Λακεδαιμονία, όπου ίδρυσε μοναστήρι και εγκαταστάθηκε εκεί ως το τέλος της ζωής του (998). Την εποχή εκείνη στις γειτονικές με τη Λακεδαιμονία περιοχές και κυρίως στη χερσόνησο του Ταϋγέτου, στη Μάνη, επιβίωναν σε σημαντικό ποσοστό Εθνικοί, οπαδοί δηλαδή της αρχαίας θρησκείας, καθώς και οι, μη εκχριστιανισμένοι ακόμη, Σλάβοι της φυλής των Μηλιγγών. Υπήρχαν βεβαίως και Χριστιανοί, όπως μαρτυρούν, οι πολυάριθμοι παλαιοχριστιανικοί ναοί που βρέθηκαν σ ́ολόκληρη τη Μάνη. Τόσο οι Έλληνες (Εθνικοί και Χριστιανοί) όσο και οι Σλάβοι, συμβίωναν ειρηνικά με την εποπτεία του ειδικού «Εφόρου των εθνικών γαιών και δουκός των Εθνικών» που λογοδοτούσε απευθείας στον Αυτοκράτορα, στην Πόλη και ο οποίος την εποχή εκείνη ονομαζόταν Αντίοχος. Οι Σλάβοι, μετά την αποτυχία τους να κυριαρχήσουν στην Πελοπόννησο (783), άρχισαν να ενσωματώνονται στον πληθυσμό της, βαθμιαία να εκχριστιανίζονται και εν συνεχεία να εξελληνίζονται. Μετά τον 14 αιώνα δεν αναφέρονται κοινότητες Σλάβων. Απέμειναν μόνο τα άφθονα σλαβικά τοπωνύμια (95 μόνο στη Μάνη) και πολλά γλωσσικά δάνεια στις τοπικές διολέκτους.Ο Νίκων ο Μετανοείτε επηρεασμένος ακόμη από την ατμόσφαιρα της ανάκτησης της Κρήτης, αποφάσισε να επιταχύνει τον εκχριστιανισμό τόσο των Ελλήνων Εθνικών όσο και των Σλάβων Μηλιγγών και με την ευκαιρία στράφηκε και κατά των Εβραίων της Λακεδαιμονίας. Κατάργησε την κοινότητά τους, κατεδάφισε τη συναγωγή τους και τελικά τουςέ διωξε από την πόλη. Οι περισσότεροι Εβραίοι κατέφυγαν τότε στον Ταΰγετο (αρχικά στην ανατολική του πλευρά και αργότερα σ ́ όλόκληρη τη Μάνη),όπου, αφενός μεν δεν έφτανε το χέρι της εξουσίας του Νίκωνα, αφετέρου δε η ειρηνική συμβίωση πληθυσμών εποχή εκείνη , αποτελούσε ευνοϊκόν παράγοντα για τη διαμονή τους εκεί.Για την μετοικεσία των Εβραίων της Λακεδαιμονίας στη Μάνη και την μετέπειτα τύχη τους, ελάχιστα στοιχεία υπάρχουν. Η νότια Ελλάδα γενικά δεν συγκέντρωνε την προσοχή των βυζαντινών καθώς ήταν μακριά από τα οικονομικά κέντρα και τους εμπορικούς δρόμους της Αυτοκρατορίας. Σε χρονικό της Μονής του Ντέγκουλου αναφέρεται πως τον 13 ο αιώνα η οικογένεια Πουλαντζά της Τσίμοβας (Αρεόπολης) ήταν ισραηλιτικού θρησκεύματος ενώ υπήρχε στην Τρύπη ερειπωμένο κτίριο με εβραϊκές επιγραφές, οι οποίες καταστράφηκαν επί δικτατορίας της 4 ης Αυγούστου.

Υπάρχει όμως μία μαρτυρία, την αξία της οποίας πρέπει να εκτιμήσουν ειδικοί ερευνητές: τα προσωπικά ονόματα των Μανιατών. Όπως είναι γνωστό σε κάθε τόπο προτιμούνται ορισμένα προσωπικά ονόματα, εξ ου και η παροιμία «όπου Χιώτης, Παντελής κι όπου Συμιακός, Νικήτας». Στη Λέσβο για παράδειγμα συχνότατο είναι το όνομα Στρατής, στην Κρήτη ο Μανόλης κ.ο.κ. Έτσι τα πιο συνηθισμένα μανιάτικα προσωπικά ονόματα είναι Ηλίας, Γρηγόρης, Μιχάλης και Δημήτρης, που φυσικά ανήκουν όλα στο χριστιανικό εορτολόγιο. Υπάρχουν όμως και κάποια ονόματα εκτός χριστιανικού εορτολογίου, όπως Δικαίος, Βρεττός ή Καλαπόθος. Τέλος υπάρχουν πολλά εβραϊκής προέλευσης προσωπικά ονόματα, όπως Σαμπάτης (Σαμπεθάι), Αβράμης (Αβραάμ), Δάβος (Δαβίδ), Αρώνης (Ααρών), Λεβής (Λεβύ) καθώς και Μπενιζέλος (Μπεν Ζελόν), ίσως και Αλαφούζος. Φυσικά πολλά από τα προαναφερθέντα ονόματα δεν χρησιμοποιούνται πλέον ως προσωπικά, έχουν όμως επιβιώσει σε επώνυμα, όπως Βρεττάκος, Καλαποθάκος, Αβραμάκος, Δαβάκης, Λεβέας κ. ά. Από το Μπενιζέλος εξ άλλου και συγκεκριμένα από τον Μπενιζέλο Κρεβατά, έχουμε το επώνυμο Βενιζέλος. Θα άξιζε λοιπόν τον κόπο να γίνει σχετική έρευνα, λαογραφικού, ιστορικού και γλωσσολογικού χαρακτήρα.

Βιβλιογραφία:

Πηγές:

– Φλάβιου Ιωσήπου: Ιουδαϊκή Αρχαιολογία (Κάκτος) βιβλίο ΙΒ ́σ.211-212
– Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου: Περί διοικήσεως της Αυτοκρατορίας Διαθήκη Νίκωνος, Νέος Ελληνομνήμων τεύχος 3/1906

Γενικά έργα:

– Κ. Παπαρρηγοπούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ελευθερουδάκης) τόμος Δ ́ σ.95-97, 299

– Συλλογικό Έργο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ελληνική Εκδοτική) τόμος Η ́ σ.39, 109, 331

Ειδικά έργα και δημοσιεύσεις:

– Φαίδων Μαλιγκούδης: Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα (Βάνιας) σ. 55, 60
– W.G. Forrest: A history of Sparta (Hutchinson University Library).
– Λεία Ελισάβετ Μπαλόγλου – Νικόλαος Νίντος: «Τζίμοβα – Αρεόπολη» Τεχνικά Χρονικά τ.10-12/87, σ.15

[Ο Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη από πατέρα Μανιάτη. Σπούδασε χημικός μηχανικός και μετά τη συνταξιοδότησή του εκδίδει σατιρικό περιοδικό και ασχολείται
με το γράψιμο. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει ένδεκα βιβλία του].

 

Όταν οι Ιουδαίοι γνώρισαν τους Λακεδαιμόνιους
Του Καθηγητή Πέτρου Θέμελη

Είναι δυνατόν να υπήρχε αδελφική σχέση ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Ιουδαίους; Κι όμως, ο ίδιος ο Βασιλιάς τns Σπάρτης, Αρέας (309 – 264 π.Χ.), σε επιστολή προς τον μέγιστον αρχιερέα των Ιουδαίων Οινία Α’, ανακοινώνει πως σε «ιερό κείμενο» βρέθηκε γραμμένο ότι  «από την ίδια γενιά κατάγονται Ιουδαίοι και Λακεδαιμόνιοι, κατευθείαν από τον Αβραάμ». Ο Αρέας τονίζει στην ίδια επιστολή: «Εφόσον είμαστε αδέλφια, δίκαιο είναι να νεμόμαστε εμείς τα δικά σας, και τα δικά μας να τα έχουμε κοινά με σας». Εφεύρημα του Αρέα, θα μου πείτε, η δήθεν κοινή καταγωγή Ιουδαίων και Σπαρτιατών, για να εξασφαλίσει συμμαχία. Δεν ζητά εντούτοις πολεμική βοήθεια, αλλά προτείνει κοινοκτημοσύνη στα αγαθά. Απίστευτο για τα δεδομένα της εποχής! Στην Παλαιά Διαθήκη, πάντως, παρατίθεται η απερίφραστη εκ μέρους των Ιουδαίων αποδοχή τns πρότασης: «η ύπαρξις (τα υπάρχοντα) υμών ημίν έσται, και τα ημών υμίν» (Μακκαβαίων Α’, κεφ. 12, 22). Η υπόθεση έχει και συνέχεια. Το 168 π.Χ., επί Αντιόχου Δ’ (175 -163 π.Χ.), ο μέγιστος αρχιερέας των Ιουδαίων, Ιάσων, εξόριστος από τα Ιεροσόλυμα, καταφεύγει στην «αδελφή-πόλη» Σπάρτη (Μακκ. Β’, κεφ. 5, 9). Το 145 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι έχουν κατακτήσει την Ελλάδα, ο μέγιστος αρχιερέας των Ιουδαίων, Ιωνάθαν, στέλνει πρεσβεία στη Ρώμη για ανανέωση τns φιλίας και τnς συμμαχίας τους. Ταυτόχρονα, στέλνει επιστολή στους Σπαρτιάτες, που αρχίζει ως εξής:«Ιωνάθαν αρχιερέας και η γερουσία του έθνους και οι ιερείς και ο λοιπός δήμος των Ιουδαίων, Σπαρτιάταις τοις αδελφοίς χαίρειν». Στη συνέχεια υπενθυμίζει στους Σπαρτιάτες την παλαιά επιστολή του Αρέα και τους δεσμούς φιλίας των δύο λαών – με βάση τα «ιερά βιβλία» – και τονίζει ότι οι Ιουδαίοι δεν παραλείπουν να μνημονεύουν τους Σπαρτιάτες στις γιορτές, τις καθημερινές θυσίες και τις προσευχές τους. Οι ίδιοι- αναφέρει – έχουν δοκιμάσει πολλές πικρίες και ταλαιπωρίες από πολέμους, αλλά δεν θέλησαν ποτέ να ενοχλήσουν τους φίλους και συμμάχους, γιατί έχουν «την εξ ουρανού βοήθειαν» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκές Αρχαιότητες, 13, 163-166. Μακκαβαίων Α’, 12, 2 – 23). Είναι προφανές ότι η παράδοση και η πίστη για κοινή εξ Αβραάμ καταγωγή Σπαρτιατών και Ιουδαίων υπήρχε παλαιόθεν. δεν ήταν ευκαιριακό εφεύρημα του Αρέα. Το «ιερό Βιβλίο» των Σπαρτιατών, που διέσωζε αυτήν την παράδοση, δεν υπάρχει δυστυχώς. Ο Ηρόδοτος πάντως (4, 147 -149) μαρτυρεί ότι ο Λάκων Θήρας καταγόταν απευθείας από τον Φοίνικα Κάδμο γι’ αυτό και οι πρώτοι Φοίνικες κάτοικοι του ομώνυμου νησιού (Θήρα – αποικία Σπαρτιατών) τον δέχθηκαν ασμένως και τον λάτρεψαν ως ήρωα – οικιστή. Στο γνωστό «ιερό βιβλίο» των Ιουδαίων, την Παλαιά Διαθήκη, ο Κεδμά (Κάδμος;) είναι ένας από τους δώδεκα γιους του Ισμαήλ, γιου του Αβραάμ (Γένεσις, κεφ. 21, 15).

[Ο κ. Πέτρος Θεμέλης είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας – Το παραπάνω σημείωμα δημοσιεύτηκε στα «Νέα», 15.9.2005].

Ο Λάκων Ιωάννης Άρατος και οι Ιουδαίοι της Σπάρτης
στα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα

Του Καθηγητή Αλέξη Γ. Κ. Σαββίδη

Η δυνατότητα αλλά και η ικανότητα προσαρμογής των ιουδαϊκών πληθυσμών στο Βυζάντιο σ’ όλες τις ιστο­ρικές περιόδους της μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρα­τορίας είναι σε γενικές γραμμές αρκετά γνωστές και έ­χουν μελετηθεί συστηματικά, ιδιαίτερα στη διάρκεια της τελευταίας πεντηκονταετίας. Οι παλαιές εργασίες του Jo­shua Starr ανάμεσα στα 1939-1949, καθώς και η πολύτιμη συμβολή του Zvi Ankori για τους Καραΐτες στο Βυζάντιο, το 1959, έχουν συμπληρωθεί μέσα στις τελευταίες δεκαε­τίες από τεκμηριωμένα συγγράμματα των Andrew Sharf, Steven Bowman και David Jacoby, που καλύπτουν το πρόβλημα των βυζαντινοϊουδαϊκών σχέσεων από τον 6ο αιώνα ως το τέλος του Βυζαντίου. Επίσης, η προγενέστε­ρη περίοδος (υστερορωμαϊκή για άλλους, πρωτοβυζαντινή για μας) καλύπτεται σε αρκετά σημαντικό αριθμό με­λετών για τις τύχες των Ιουδαίων στην Ύστερη Ρωμαϊ­κή/Πρώιμη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. (1)
Ακόμη, πρέπει να πούμε εδώ, ότι ποικίλες πτυχές της ιουδαϊκής παρουσίας στο Βυζάντιο, αλλά και στην εποχή της τουρκικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, έχουν αρχίσει να μελετώνται συστηματικά και στην Ελλάδα, αν κρίνουμε από το συνέδριο ιστορίας-αρχαιολογίας με τίτλο «Η εβραϊκή παρουσία στον ελλαδικό χώρο, 4ος-19ος αιώνας», (2) το οποίο πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του 1993, και του οποίου τα πρακτικά εκδόθηκαν πρόσφατα (2008).

Γνωρίζουμε σε γενικές γραμμές τις σκληρές και συνε­χείς διώξεις, με ελάχιστα διαστήματα κάποιας ύφεσης και ανοχής εκ μέρους του κράτους, που υπέστησαν oι Ιουδαίοι στα πλαίσια της πολιτικής πολλών Βυζαντινών αυτοκρατόρων – κυρίως των Ιουστινιανού Α’ (527-565), Ηρακλείου Α’ (610-641), Λέοντα Γ’ Ίσαύρου (717-741), Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα (867-886)  και Ρωμανού Α’ Λακαπηνού (920-944). Οι διώξεις αυτές συγκεκριμενοποιήθηκαν με διάφορα έκτακτα μέτρα, όπως λ.χ. ο εκχριστιανισμός με το υποχρεωτικό βάπτισμα, αλλά, πολύ πιο συγκεκριμένα, με ποικίλες νομοθετικές ρυθμίσεις, τις ο­ποίες ερευνούν οι μελετητές του βυζαντινού δικαίου. Πα­ράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός βυζαντινών κειμένων, γραμμένων κυρίως από εκκλησιαστικούς λογίους και α­πολογητές του χριστιανικού δόγματος, δίνει ανάγλυφα το μέγεθος της πολεμικής κατά του Ιουδαϊσμού στο Βυ­ζάντιο. Όπως καταδεικνύει η μελέτη διαφόρων βυζαντινών ι­στοριογραφικών πηγών, υπήρξαν κατά καιρούς διάφοροι επώνυμοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι ανελάμ­βαναν, με ιδιαίτερο μάλιστα ζήλο, την τήρηση των μέ­τρων κατά των Ιουδαϊκών παροικιών της βυζαντινής επι­κρατείας. Για το λόγο αυτόν ιδιαίτερη σημασία έχει, νο­μίζουμε, το θέμα της ανακοίνωσής μας αυτής, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σαφώς αντίθετη περίπτωση ως προς τον κανόνα – συγκεκριμένα με τη δράση του Βυζαν­τινού άρχοντα της Λακωνίας, του ευγενή Ιωάννη Άρατου (περ. 930 – περ. 986/987) της «Λακεδαίμονος» (όπως ονομαζόταν η αρχαία Σπάρτη στις μεσαιωνικές πηγές). Ο Άρατος προσπάθησε, στη διάρκεια της προτελευ­ταίας δεκαετίας του 10ου αιώνα, να υπερασπιστεί, όπως δείχνουν οι σχετικές μαρτυρίες, τους Ιουδαίους της πε­ριοχής του (3) ενάντια στις διώξεις που είχε κηρύξει εναν­τίον τους ο ένθερμος ιεραπόστολος ζηλωτής, ο μικρασια­τικής καταγωγής (από τον Πόντο) όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» (περ. 925/930 – περ. 998 ή 1005), (4) σύγχρονος του Άρατου, στα πλαίσια της προσπάθειάς του να εδραιώσει το Χριστιανισμό στη Λακωνική, ιδιαίτερα στις περιοχές που είχαν πληγεί από τις επιδρομές Μουσουλμάνων πειρατών. (5) Ο Νίκων κατόρθωσε να οδηγήσει τους Ιουδαίους κα­τοίκους της Σπάρτης έξω από την πόλη στα πλαίσια μιας «αληθινής σταυροφορίας», για να θυμηθούμε μια χαρα­κτηριστική φράση του Γεράσιμου Καψάλη. (6) Ο λόγος; Οι Ιουδαίοι αυτοί είχαν θεωρηθεί από τον όσιο υπεύθυ­νοι της καταστροφικής λοιμικής νόσου που μάστιζε την πόλη, καθώς παραδίδουν οι δύο διασκευές του «Βίου» του οσίου Νίκωνος, (7) μιας σημαντικής, αλλά πάντως όχι πάν­τα αξιόπιστης πηγής, (8) της όποιας η συγγραφή χρονολο­γείται αφενός μεν στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα (ά­ποψη, μεταξύ άλλων,των Δ. Ζακυθηνού, Ι. Καραγιαννόπουλου, G. Weiss και Οδ. Λαμψίδη, ο οποίος έχει δώσει την συνθετικότερη μέχρι σήμερα παρουσίαση των δύο διασκευών, με ενδελεχή φιλολογικό και ιστορικό σχολιασμό (9) και αφετέρου στα μέσα περίπου του 11ου αιώνα (άποψη των R. Jenkins – C. Mango, που πρόσφατα αναβιώθηκε από το νέο εκδότη και μεταφραστή του «Βίου» στα αγγλικά, Denis Sullivan, ενώ επίσης έγινε αποδεκτή στο «Λεξικό του Βυζαντίου της Οξφόρδης»). (10)

Η ρήξη αυτή ανάμεσα στον όσιο Νίκωνα και τον Ιωάννη Άρατο, ο οποίος περιλούζεται με βαρείς χαρα­κτηρισμούς στον «Βίο Νίκωνος», πιστεύουμε ότι χρονο­λογικά πρέπει να τοποθετηθεί μετά την οριστική εγκα­τάσταση του δραστήριου ιεραπόστολου στη Λακωνική, σε κάποιο ακαθόριστο διάστημα ανάμεσα στο 970 και 980 – πιθανόν από το 975 και εξής κατά τον Λαμψίδη (11) – και, βέβαια, πριν το θάνατο του Άρατου. «Αν δεχθούμε, έστω, το 997/998 ως πιθανό έτος θανάτου του οσίου, τότε η εκδοχή αυτή αποτελεί βέβαια terminus ante quem για το θάνατο του Άρατου, που εμείς τον χρονολογούμε στο 986/987. (12) Άρα, τα γεγονότα που μας απασχολούν εδώ, θα μπο­ρούσαν υποθετικά να χρονολογηθούν στην περίοδο ανά­μεσα στο 975 και στο 986/987. Πρόσφατα ο D. Jacoby χρονολόγησε την αποπομπή αυτή των Ιουδαίων της Σπάρτης στο 985, χρονολογία την οποία είχε υιοθετήσει πριν από 55 χρόνια ο J. Starr. (13 Τελικά, παρά την αντίδραση του Άρατου, που δεν απο­κλείεται πάντως να είχε κάποια υποστήριξη από το τοπι­κό στοιχείο στις ενέργειές του, (14) οι προσπάθειες του Νίκωνα έμελλαν να καρποφορήσουν σε δύο φάσεις, πρώτα όταν κατόρθωσε να εξαποστείλει τους Ιουδαίους από τη Σπάρτη, για να γλυτώσει η πόλη από το λοιμό -κάτι που έγινε ακαριαία, όπως μαρτυρεί ο «Βίος» του ο­σίου – και κατόπιν όταν ματαίωσε τις ενέργειες του Άρατου να ξαναφέρει κάποιον (ίσως και ορισμένους άλλους από αυτούς) πίσω στην πόλη, γεγονός που, κατά το «Βίο», συνδυάστηκε με την ξαφνική ασθένεια και το θά­νατο του «ασεβούς» Άρατου, καθώς και τον ηθικό «θρίαμβο» του οσίου,ο οποίος είχε προβλέψει το άσχη­μο τέλος του άρχοντα και τον είχε μάλιστα προειδοποιή­σει σχετικά. (15) Έτσι, καθώς φαίνεται, τουλάχιστον προ­σωρινά επήλθε τέλος στον συγχρωτισμό Χριστιανών και Ιουδαίων στην πόλη της Λακεδαίμονος, χωρίς όμως αυ­τό να σημαίνει ολοσχερή απουσία της ιουδαϊκής κοινό­τητας στο λακωνικό χώρο, ιδιαίτερα στους επόμενους αιώνες, όπως θα δούμε παρακάτω.

Σε ανακοίνωσή του για τα ιστορικοκοινωνικά δεδομέ­να σε βίους Πελοποννησίων αγίων της μεσοβυζαντινής περιόδου, ο Παύλος Νιαβής, από το βήμα του σχετικού συνεδρίου του 1993, συνήγαγε ότι «η Σπάρτη του τέλους του 10ου αιώνα υπήρξε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ του χρι­στιανικού και του εβραϊκού στοιχείου της», ιδιαίτερα αν κανείς συναξιολογήσει και συνερμηνεύσει την ύπαρξη τριών δεδομένων: «της εκτόπισης των Ιουδαίων έξω της Σπάρτης, της σπουδής του οσίου Νίκωνος να χτίσει…ναό (16) και της αντίδρασης του Ιωάννη Άρατου». (17) Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ο συνάδελφος, αν και ο ίδιος σωστά παραδέχτηκε πως στην ουσία δεν έχουμε συγκε­κριμένα στοιχεία ούτε ως προς την πραγματική ισχύ και επιρροή της ιουδαϊκής κοινότητας της Σπάρτης, αλλά ούτε και για το αν ο Νίκων πολέμησε ανοικτά τους Ιουδαίους, (18) εννοώντας προφανώς ότι δεν υπάρχουν άλλες παράλληλες πηγές για να τεκμηριώσουν τις πληροφορίες του «Βίου» του Νίκωνος σχετικά με τα γεγονότα. Αλλά, εκεί ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα: στην α­πουσία παράλληλων πηγών, αφού, εάν υιοθετήσουμε τα στοιχεία που παρέχει ο «Βίος» αυτά καθαυτά, τότε και αρκετά ισχυρή Ιουδαϊκή κοινότητα φαίνεται να υπήρχε στη Λακωνική, αλλά και επίπονο αγώνα φαίνεται ότι δι­εξήγαγε ο όσιος εναντίον της. Μας φαίνεται, μάλιστα, ότι οι δύο ξεχωριστές φάσεις του αγώνα αυτού θα πρέπει να έλαβαν χώρα με παρέλευση αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ τους. Αποφεύγοντας να αναφερθώ, έστω και υπό μορφή πα­ράφρασης στα γεγονότα αυτά καθαυτά, καταθέτω εδώ τα κυριότερα σημεία που μας ενδιαφέρουν κατά χρονική α­κολουθία:

1ον. Ο Νίκων φθάνει στη Σπάρτη, που στενάζει από «λοιμικήν νόσον», πιθανόν ανάμεσα στο 975 και 980. Στη συνέχεια κατορθώνει «το …Ιουδαϊκόν φύλον έξω της αυτών πόλεως απελάσαιεν, ίνα μη καταχραίνον είη αυ­τούς [= τους Σπαρτιάτες] τοις βδελυροίς ήθεσι και μιάσμασι της ιδίας θρησκείας». (19) Η απέλαση αυτή θα πρέ­πει να έγινε αργότερα και ας θυμηθούμε εδώ ότι οι Starr και Jacoby τη χρονολόγησαν στο 985. (20) Άρα, τα γεγο­νότα από την άφιξη του Νίκωνα ως την απέλαση των Ιουδαίων μπορεί να έγιναν μέσα σε μια ολόκληρη δεκα­ετία ή και λίγο παραπάνω (c. 975 – c. 985/86).

2ον. Στο τέλος της προαναφερθείσης διαδικασίας, ό­ποια και να υπήρξε η χρονική της διάρκεια, ο Νίκων με τη συμπαράσταση του αθηναϊκής καταγωγής επισκόπου Σπάρτης, Θεόπεμπτου, (21) προχώρησε στη θεμελίωση του ναού της Αγίας Κυριακής, που προαναφέραμε, για να δοξαστεί η σωτηρία της Σπάρτης από τη θαυματουργή παρέμβαση κατά του λοιμού, μετά την αποπομπή των Ιουδαίων. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, κατά τη χρονική αλληλουχία του «Βίου» εμφανίζεται ο Ιωάννης Άρατος να αντιδρά στην ίδρυση της Αγίας Κυριακής, (22) αφού «την των Ιουδαίων έξω του άστεως μετοίκισιν ου δικαίως γενέσθαι ούδ’ ευλόγως διισχυρίζετο». (23) Ας χρονολογή­σουμε τις εξελίξεις αυτές υποθετικά στο 985/86.

3ον. Από εδώ ξεκινά η β’ φάση της αντιϊουδαϊκής δράσης του Νίκωνα, σε ευθεία πια αντιπαράθεση με τον Άρατο, που επιχείρησε να επαναφέρει στην πόλη και στην υπηρεσία του ένα Ιουδαίο τεχνίτη στη στίλβωση, την επεξεργασία λεύκανσης δηλ. των υφασμάτων, (24) που βέβαια, συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτούς που είχαν εκδιωχθεί προηγουμένως από την πόλη. Η έντονη αντίδραση του «αδιάλλακτου αντισημίτη», (25) του Νίκωνα, είχε σαν αποτέλεσμα την έκρηξη της οργής του Άρατου, που ο­δήγησε στους περιγραφόμενους στο «Βίο» εφιάλτες του, στον υψηλό πυρετό και στον θάνατό του, παρά το γεγο­νός ότι, κατά τον «Βίο» πάντα, έφθασε να εκλιπαρεί τον Νίκωνα για τη σωτηρία του, κάτι που κατά τον όσιο,  ή­ταν γραφτό να μη συμβεί. (26)

Σοβαρά προβλήματα παρουσιάζει η χρονολόγηση της β’ αυτής φάσης της ρήξης. Αν υποθέσουμε ότι η εκφρασθείσα άποψη (27) περί ενίσχυσης του Νίκωνα, στον κατά του Άρατου αγώνα του, από τον «πραίτορα» και στρατη­γό του θέματος Πελοποννήσου, Βασίλειο Απόκαυκο, (28) είναι ορθή, τότε παρουσιάζεται κάποια αμυδρή λύση στο χρονολογικό μας πρόβλημα. Και αυτό διότι αν υποτεθεί ότι ο Απόκαυκος έσπευσε ως αρωγός του Νίκωνα την περίοδο αυτή, λογικό θα ήταν κάτι τέτοιο να γίνει σε ένδειξη θαυμασμού, αλλά και ευγνωμοσύνης, του αξιωμα­τούχου προς τον όσιο, ο οποίος είχε θεραπεύσει τον ίδιο από βαρειά αρρώστεια και είχε προφητεύσει την αναχώ­ρηση του βουλγαρικού κινδύνου κατά την α ́ βουλγαρι­κή επιδρομή στη βορειοανατολική Πελοπόννησο. Η τελευταία, σύμφωνα με τις επικρατέστερες κατά τη γνώ­μη μας ενδείξεις, έλαβε χώρα στο 986 (29) και όχι στο 996/997, (30) περίοδο της β’ βουλγαρικής επιδρομής, η οποία όμως συνδέεται όχι με τον Απόκαυκο, αλλά -και εδώ εκφράζουμε την προσωπική μας άποψη- με τον «πρωτοσπαθάριο» Ιωάννη Μαλακηνό, (31) που γνώρισε κι αυτός τις προφητικές ιδιότητες του οσίου, ο οποίος του προανήγγειλε την απαλλαγή του από την προφανώς άδικη κατηγορία, ότι σκόπευε να κινηθεί επαναστατικά με βουλγαρική βοήθεια («ως τα των Βουλγάρων φρονών»). (32) Άρα, συμπεραίνουμε εδώ, η εξουδετέρωση του Άρα­του θα πρέπει να έλαβε χώρα το νωρίτερο λίγο μετά την α’ βουλγαρική επιδρομή του 986, ίσως το 986/87. Γι’ αυ­τόν το λόγο χρονολογούμε το θάνατο του Άρατου στην εποχή αυτή, δηλ. πάνω από μία δεκαετία πρίν από το θά­νατο του οσίου αντιπάλου του.

Τι συνέβη, όμως, στους Ιουδαίους που οδηγήθηκαν έξω από την Σπάρτη (33) στα πλαίσια της α’ φάσης των διώξεων του Νίκωνα εναντίον τους; Υπήρξε αυτή η εκ­τόπισή τους μόνιμη; Επηρέασε το γεγονός αυτό την δε­δομένη σημαντική εμπορική κίνηση της πόλης, (34) όπου, μετά το θάνατο του προστάτη αγίου της καθιερώθηκε, στην επέτειο της κοίμησής του (26 Νοεμβρίου), μεγάλη εμποροπανήγυρις μέσα στο κάστρο της μεσαιωνικής «Λακεδαίμονος»; (35) Ή μήπως η εκδίωξη των Ιουδαίων υπήρξε προσωρινή και ανεστάλη μετά το θάνατο του ο­σίου, με αποτέλεσμα η ακμή αυτή της εμποροπανήγυρης, που αναφέραμε, να οφείλεται σ’ αυτήν ακριβώς την ανθη­ρή ιουδαϊκή παρουσία και συμμετοχή, παράλληλα με τη δραστήρια παρουσία των Βενετών εκεί; Ας θυμηθούμε εδώ την σαφή αναφορά του William Miller στην ταυτό­χρονη παρουσία Ιουδαίων και Βενετών στις αγορές της Σπάρτης ήδη από τον 10ο αιώνα:

«Ήδη δε κατά τον 10ο αιώνα Βενετοί έμποροι εφοίτουν εις την ευημερούσαν ταύτην αγοράν, αι δε απόπειραι του οσίου Νίκωνος, επιδιώξαντος την από της πόλεως έξωσιν των Ιουδαίων, παρέχουσι νέαν απόδειξιν περί της εμπορικής αυτής σημα­σίας εν ταύτη τη περιόδω». (36) Επίσης τη σημαντική νεα­νική συμβολή του Νίκου Βέη, που από το 1905 είχε δεί­ξει ότι οι Ιουδαίοι της Λακωνίας πρέπει να χρονολογη­θούν ασφαλώς στην πριν του Βενιαμίν της Τουδέλας  επο­χή, δηλ. πριν από το β’ μισό του 12ου αι., ενώ ο βασικός τους ρόλος στην οικονομική και εμπορική ζωή της Λα­κεδαιμόνιας είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. (37) Ο Αν­δρέας Ανδρεάδης, μάλιστα, συμφώνησε με την άποψη του Βέη ότι η δραστηριότητα αυτή των Ιουδαίων τους είχε εξασφαλίσει τη φιλία και την συμπάθεια μερικών αρχόντων της χώρας. (38)

Ας τονίσουμε επίσης την αναμφισβήτητη παρουσία Ιουδαίων στις περισσότερες περιοχές του ελλαδικού χώρου στους αιώνες 11ο και ιδιαίτερα 12ο. Ατυχώς, πάν­τως, δεν αναφέρεται η περιοχή της Λακωνίας στο «Βι­βλίο των Ταξιδιών» του Ισπανοϊουδαίου περιηγητή Βε­νιαμίν της Τουδέλας (39) (μεταφράστηκε και σχολιάστηκε πρόσφατα στα ελληνικά), που στο β’ μισό του 12ου αι. ανάμεσα στο 1165 και 1166 κατά τη χρονολόγηση της πλειοψηφίας των ερευνητών, (40) επισκέφθηκε τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την εποχή βασιλείας του Μανουήλ Α’ Κομνηνού περνώντας και από δύο σημαντικά κέντρα του βόρειου πελοποννησιακού χώρου (Πάτρα, Κόρινθο) στο δρόμο του για την Κωνσταντινούπολη. (41) Αλλά έχουμε όμως σχεδόν παράλληλη χρονολογικά με το  Βενιαμίν πηγή, τον Άραβα γεωγράφο αλ-Ιντρίσι, που αναφέρεται έμμεσα στην ιουδαϊκή παροικία της «al-Kedemona» γύρω στο 1153-1154, περί τα 13 χρόνια πρίν την άφιξη του Βενιαμίν στον ελλαδικό χώρο. (42)
Και βέβαια δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω εδώ τις πλού­σιες μνείες, ιδιαίτερα για την μετά το 1204 περίοδο, περί παρουσίας ακμαζουσών ιουδαϊκών κοινοτήτων στο Μυστρά, στη Σπάρτη και σ’ άλλες περιοχές της Λακωνικής. (43)

Κλείνοντας, ας τονίσουμε ότι προβλήματα έρευνας ζη­τημάτων τέτοιου ακριβώς τύπου, -όπως για παράδειγμα η παραμονή και επιβίωση της ιουδαϊκής κοινότητας της Σπάρτης μέσα από τις αντίξοες συνθήκες που της δημιούργησαν οι διώξεις του όσιου Νίκωνα και των οπαδών του, θα έπρεπε να ερευνηθούν συστηματικότερα από τους ερευνητές του μεσαιωνικού λακωνικού χώρου, περισσό­τερο, θα έλεγα, από τις εύκολες και κάπως επίπεδες δια­πιστώσεις ότι ο Ιωάννης Άρατος υπήρξε, όπως και oι άλλοι κοσμικοί που αντιτάχτηκαν στις διώξεις του Νίκωνα, αντιδραστικός, (44) ή ότι η φράση «Άρατε κατάρατε», που επιζεί ως τις μέρες μας στον βόρειο Ταΰγετο, χρησιμοποιείται ως έντονη επιτίμηση, απηχώντας το  δραματι­κό τέλος του, (45) ή τέλος ότι η λοιμική ασθένεια εξαφανίστηκε (46) μετά την πρωτοβουλία του όσιου να εκδιώξει από την πόλη το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της οικο­νομικής ευημερίας της!

Υποσημειώσεις:
1. Από τις βασικές μονογραφίες για τις βυζαντινοϊουδαϊκές σχέσεις σημειώνουμε: J. Starr, The Jews in the Byzantine Empire 641-1204, Α­θήνα 1939. του ιδ., Romania: the Jewries of the Levant after the 4th Crusade, Παρίσι 1949. Ζ. Ankori, Karaites in Byzantium. The formative years 970-1100, Παν/μιο Columbia 1959. A. Sharf, Byzantine Jewry from Justinian to the 4th Crusade, Λονδίνο 1971. S. Bowman, The Jews of Byzantium 1204-1453, Παν/μιο Alabama 1985. Βλ. επίσης: D. Jacoby, Les quartiers juifs de Constantinople à l’
époque byzantine, Byzantion 37, 1967, 167 – 227 (= Société et démographie à Byzance et en Romanie latine, Λονδίνο 1975, VR, μελέτη II). του ιδ., Les Juifs de Byzance: une communauté marginalisée, στον τόμο: Oι περιθωριακοί στο Βυζάντιο. Πρακτικά ημερίδας, Αθήνα 1993, 103-154 (= Juifs). Βλ. ακόμη την γε­νική θεώρηση στο Oxford Dictionary of Byzantium, Νέα Υόρκη – Οξ­φόρδη 1991 (= ODB), λήμματα Jews (S. Bowman) και Anti-Semitism in Byzantium (S. Bowman – A. Cutler). Ενημερωμένη, τέλος, βιβλιο­γραφία για τις βυζαντινοϊουδαϊκές σχέσεις στην πρόσφατη ελληνική έκδοση του οδοιπορικού του Βενιαμίν της Τουδέλας: Βενιαμίν εκ Τουδέλης: Το Βιβλίο των Ταξιδιών στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρι­κή 1159-1173, μετάφρ. Φ. Βλαχοπούλου, εισαγ. – σχολ. – βιβλιογρ. Κ. Μεγαλομμάτης – Α. Σαββίδης, Αθήνα 1994, 249-257.

2. Συνδιοργάνωση Εταιρείας Mελέτης Eλληνικού Eβραϊσμού (Θεσσα­λονίκη) και ΚΒΕ/ΕΙΕ: μέγαρο Παλαιάς Βουλής (24-25 Νοεμβρίου 1993).

3. Γενικά για τις ιουδαϊκές εγκαταστάσεις της Σπάρτης και του Μυστρά βλ. τη μελέτη του S. Bowman, The Jewish settlement in Sparta and Mistra, BNJ 22, 1977-1984 (έκδ.1985), 131-146, με ανάλυση των τριών σημαντικότερων για τους Ιουδαίους της περιοχής πηγών (Βίου Νίκωνος, Επιδημίας Μάζαρι, Χρονικού Minus Σφραντζή) και εξέτα­ση της εποχής ως την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

4. Για το 998 ως έτος θανάτου του Νίκωνα βλ., μεταξύ άλλων, H.-G. Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, Μό­ναχο 1959, 577, 589- Δ. Σιγαλός, Η Σπάρτη και η Λακεδαίμων, Β’, Α­θήνα 1962, 378. Έμ. Κωνσταντινίδης, λ. στο ΠΒΛ 7, 1987, 237. Καλ­λιόπη Διαμαντή, Οι τοιχογραφίες του ασκηταριού του αγίου Νίκωνος στην Τρύπη της Λακωνίας, ΑΣ 9, 1988, 349. Φωτεινή Βλαχοπούλου, λ. στην ΕΠΕ 4, 1989, 124-127. D. Nicol, Βιογραφικό λεξικό της Βυζαντι­νής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 1993, 267. Την ίδια χρονολογία είχε υιοθε­τήσει και ο Οδ. Λαμψίδης, «Η προβληματική περί την έρευναν του βίου του οσίου Νίκωνος», ΛΧ 4, 1979, 103, ο οποίος όμως, λίγο αργότε­ρα, αναθεώρησε την άποψη αυτή, υιοθετώντας την περίοδο των πρώτων χρόνων του 11ου αι., μάλλον το 1105: βλ. Επί τη εκδόσει του βίου του Οσίου Νίκωνος κατά τον Barber. 583, ΑΠ 37, 1980, 7 και Ο εκ Πόντου όσιος Νίκων ο Μετανοείτε. Κείμενα – σχόλια, Αθήνα 1982 (=Νίκων), 377, 421, 477 και passim. Στο πρόσφατο περί Νίκωνος λήμμα στό ODB (των Α. Kazhdan – Alice Mary Talbot – Nancy Sevaenko) δίνεται ως χρονολογία θανάτου του οσίου το 1000 περίπου.

5. Ο κύριος όγκος των επιδρομών αυτών εντοπίζεται στην περιοχή της Μονεμβασίας. βλ. σχετικά Α. Savvides, Morea and Islam 8th-15th centuries: a survey, JOAS 2, 1990, 50 έξ. (= Βυζαντινοτουρκικά μελε­τήματα. Ανατύπωση άρθρων 1981-1990, Αθήνα 1991, [300] έξ.). του ιδ., Πελοπόννησος και Μουσουλμάνοι: οι αραβικές επιδρομές και οι πλη­ροφορίες των Αράβων συγγραφέων 8ος – 13ος αι., ΒΜ 4, 1992, 371 έξ., 374 έξ. (= Μελετήματα βυζαντινής, μεσαιωνικής και ισλαμικής Ιστο­ρίας. Ανατύπωση άρθρων 1984-1994, Αθήνα 1995, [232] έξ., [235]
έξ.). Βλ. και τις λεπτομέρειες στον Π. Νιαβή, Οι αραβικές επιδρομές στη Λακωνική κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, ΒΜ 3, 1991, 261-275- πρβλ. Ε. Kislinger, Λακεδαιμόνια, Δέμεννα και το Χρονικό της Μονεμβασίας, ΒΜ 3, 1991, 109 έξ.. επίσης Ν. Κουτράκου (εδώ σημ. 34), 236 έξ.

6. Στη ΜΕΕ, λ. Λακεδαιμόνια – Λακεδαίμων (Γ. Καψάλης).

7. Πρόκειται για τον αθωνιτικό κώδικα του Κουτλουμουσίου, που εκ­δόθηκε από τον Σπ. Λάμπρο, Ο βίος Νίκωνος του Μετανοείτε, ΝΕ 3, 1906, 131-222 (και 223-228, όπου εκδίδεται η διαθήκη του οσίου), καθώς και για τον παλαιότερο Βαρβερινιανό κώδικα, που ήταν ως πρόσφατα γνωστός από παλαιά λατινική μετάφραση των αρχών του 17ου αι. (που τυπώθηκε το 1729, δηλ. εκατό και πλέον χρόνια αργότερα), έως ότου εκδοθεί από τον Οδ. Λαμψίδη, Νίκων, 11-159 (με τη λατινική μετάφρα­ση στις δεξιές σελίδες). την έκδοση είχε προεξαγγείλει ο Οδ.
Λαμψί­δης στο ΑΠ 37, 1980, 3-15 (εδώ παραπάνω, σημ.4). Επίσης ο Λαμψίδης επανεξέδωσε και τον κουτλουμουσιανό κώδικα: Νίκων, 161-240. Αγγλι­κή μετάφραση και σχόλια έγιναν πρόσφατα από τον D. Sullivan, The life of Saint Nikon, Brookline Mass. 1987 (= Life). Ανάλυση της κουτλουμουσιανής διασκευής παλαιότερα από την G. da Costa – Louillet, Saints de Gréce aux 8e, 9e et 10e siècles, Byzantion 31, 1961, 346-365.

8. Σχετικές επιφυλάξεις διατύπωσαν πρόσφατα οι Τ. Gregory – Ν. Sevcenko, λ. Lakedaimon, ODB, σ. 1170 (για το μη αμερόληπτο ορι­σμένων μαρτυριών στον βίο).

9. Δ. Ζακυθηνός, λ. Νίκων, ΜΕΕ. Ι. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί βυ­ζαντινής ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1987 5 , 285 αρ. 354. J. Karagiannopulos – G. Weiss, Ouellenkunde zur Geschichte von Byzanz, Βισμπάντεν 1982, 380-381 αρ. 286. Λαμψίδης, στο ΑΠ 37, 1980, 8-11 και Νίκων, 294, 318, 351-353, 355, 357, 380 και passim. Πρβλ. το λ. του
Τ. Γριτσόπουλου, στη ΘΗΕ 9, 1966, στήλη 557 και την έρευνα της da Costa – Louillet, ό.π., 348 – 349.

10. R. Jenkins – C. Mango, A Synodicon of Antioch and Lacedaemonia, DOP 15, 1961, 225-242, ιδαίτ. 240. D. Sullivan, The versions of the Vita Niconis, DOP 32, 1978, 159-173. του ιδ., Life, passim. Πρβλ. τις παρατηρήσεις του Λαμψίδη, ΑΠ 37, 1980, 11-13 και Νίκων, 335 – 337, όπου πάντως ορθά αναγνωρίζεται η επιτυχημένη από τον Sullivan συ­σ χέτιση των βίων Νίκωνος και οσίου Λουκά του Στειριώτη. Τις από­ψεις Sullivan υιοθέτησαν η κριτής της έκδοσής του, Dorothy Abrahamse, Speculum 64.5, 1990, 1060-1061 (η οποία όμως δείχνει να αγνοεί τη θεμελιακή συνολική έκδοση Λαμψίδη), καθώς και οι συντάκτες του πε­ρί Νίκωνος λήμματος στο ODB, όπου υποστηρίζεται η άποψη ότι ο αγιογράφος – ηγούμενος της μονής του Νίκωνος πιθανόν να γνώριζε τον όσιο προσωπικά και μπορεί να παρακολούθησε ο ίδιος μερικά από τα αναφερόμενα μέσα στον «Βίο» θαύματα. Και εδώ αναφέρεται πως έχει δανειστεί στοιχεία από τον βίο του οσίου Λουκά. Πρόσφατα δέχε­ται τη χρονολόγηση συγγραφής στον 11ο αι. και ο Jacoby, Juifs, ό.π., 147 σημ. 93.

11. Βλ. Νίκων, 476-477. Για την εκδοχή του 970 και εξής, βλ. Sullivan, DOP 32, 1978, 159, 161 σημ. 16 και Life, passim. Κωνσταντινίδης, ΠΒΛ 7, 1987, 237 και ODB, σ. 1484. Το 968 αναφέρουν συγκε­κριμένα ως χρόνο εγκατάστασης οι G. Stadtmuller, στον συλλογικό τόμο (έκδοση του Γερμανικού Επιτελείου Στράτου Κατοχής) με τίτλο: Der Peloponnes. Landschaft – Geschichte – Kunststatten, Αθήνα 1944, 108 και πρόσφατα ο Γ. Βέργαδος, Η Αγόριανη του Ταϋγέτου και η βόρεια Λακεδαίμων, Αθήνα 1992, 50. Για την εκδοχή του 980 και εξής βλ. Βλαχοπούλου, ΕΠΕ 4, 1989, 126.

12. Βλ. παραπάνω, σημ. 4.

13. Βλ. Starr, Jews (εδώ σημ. 1), 167-168 και Jacoby, Juifs, ό.π., 122-123, 147, 149 (χωρίς όμως τη σχετική τεκμηρίωση).

14. Κατά την da Costa – Louillet, ό.π., 354, ο «defaitiste» Άρατος «etait le seul Spartiate qui se plaignit de l’ expulsion des Juifs…». Ορθά, όμως, ο Ν. Βέης, Οι Εβραίοι της Λακεδαίμονος και του Μυστρά, Ο Νουμάς 3, 1905, 10-11, τόνισε ότι ο Νίκων βρήκε αντίσταση στα κατά των Ιουδαίων σχέδιά του, επειδή οι τελευταίοι είχαν το εμπόριο στα χέρια τους, καθώς και την συμπάθεια και τη φιλία μερικών αρχόντων της περιοχής. Μ’ αυτά συμφώνησε και ο Ανδρ. Ανδρεάδης, Οι Ε­βραίοι εν τω βυζαντινώ κράτει, ΕΕΒΣ 6, 1929, 32-33 σημ. 4.

15. Τα γεγονότα στο «Βίο»: εκδ. Λάμπρου, ΝΕ 3, 1906, 162- 167 (κουτλουμουσιανός κώδικας) = εκδ. Λαμψίδη, Νίκων, 188-193. Επίσης Λαμψίδης, Νίκων, 64-73 (βαρθερινιανός
κώδικας με την παλαιά λατινι­κή μετάφρ. στις δεξιές σελίδες). Η αγγλ. μετάφρ. στην έκδ. του Sullivan, Life, 110-125. Οι δύο φάσεις των διώξεων του οσίου κατά των Ιουδαίων, που επέφεραν και τη ρήξη με τον Άρατο, περιγράφονται περιληπτικά από την G. da Costa – Louillet, ό.π., Byzantion 31, 1961, 354-355 και στην εκλαϊκευτική διασκευή του βίου από τον αρχιμανδρί­τη Ιερόθεο Κυριαζόπουλο, Ο όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε», Σπάρτη 1963, 27-28 (οι Ιουδαίοι αναφέρονται ως «Ισραηλίται»), 29-30 (ηθική καταδίκη Άρατου από τον νεότερο διασκευαστή, που
«υπερθεματίζει» χωρίς καθόλου να προβληματίζεται για το αν ο βίος δίνει πιθανώς μια υπερβολικά καταδικαστική εικόνα του Άρατου, αφού αποτελεί διαρκές εγκώμιο των πράξεων και της δράσης του Νίκωνα και κάθε άλλο παρά αμερόληπτη πηγή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί).

16. Αφιερωμένο στον Χριστό, την Παναγία και την αγία Κυριακή «εις βοήθειαν πάσης της πόλεως… και σωτηρίαν»: εκδ. Λάμπρου, 164 = έκδ. Λαμψίδη, 190 (και 68 για τη βαρβερινιανή διασκευή). Καθώς τονίζει ο Π. Νιαβής (βλ. επόμενη σημ.), 312 σημ. 15, ο βιογράφος κάνει την επίκληση προς την αγία Κυριακή εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό την έχθρα του οσίου προς το εβραϊκό Σάββατο.

17. Π. Νιαβής, Βίοι Πελοποννησίων αγίων της μεσοβυζαντινής πε­ριόδου: ιστορικοκοινωνικά δεδομένα, ΒΜ 5, 1993, 307-322, εδώ 312-313.

18. ό.π., 312.

19. Έκδ. Λάμπρου, 162-163 = έκδ. Λαμψίδη, 188-189 (κουτλουμουσιανός) και 64-67 (βαρβερινιανός). Σύμφωνα με την da Costa – Louillet, ό.π., 354 σημ. 2, εδώ έχουμε χαρακτηριστικό παράδειγμα κειμένου ελ­ληνικού αντισημιτισμού στην Ελλάδα του 10ου αι. («dans ce texte, tout un chapitre bien interessant sur l’ antisémitisme en Grèce au 10e siècle»). Για το σημαντικό αυτό ζήτημα βλ. τη βιβλιογραφία στη σημ. 1, καθώς και το κεφάλαιο I (Persecution and intolerance) στη μονογραφία του J. Starr, Jews (1939).

20. Εδώ παραπάνω, σημ.13.

21. Τα έτη της ιεραρχίας του υπολογίζονται ανάμεσα στο 970 και το 998, ενώ είναι γνωστή η συνεισφορά του στις προσπάθειες του Νίκωνα να εκχριστιανίσει τα σλαβικά φύλα του Ταϋγέτου. Πάντως, εάν ισχύει το ότι ο Θεόπεμπτος κήδευσε τον όσιο, σύμφωνα με τη χρονολόγηση θανάτου του Νίκωνα ανάμεσα στο 1000 και στο 1005 θα μπορούσε βέ­βαια να αναχρονολογηθεί και ο θάνατος του Θεόπεμπτου σε post c. 1005. Γι’ αυτόν βλ. Εμ. Παντελάκης, λ. στη ΜΕΕ- Τ. Γριτσόπουλος, λ. Λακεδαιμονίας μητρόπολις, ΘΗΕ 8, 1966, στήλ. 79-80 και Λαμψίδης, Νίκων, 294, 426, 429, 456-457, 462-465 με ποικίλα σχόλια και παρατη­ρήσεις. Οι σχετικές μ’ αυτόν μνείες στον «Βίο»: εκδ. Λάμπρου, 164, 173, 183 = έκδ. Λαμψίδη, 190, 197-198, 207 (κουτλουμ.) και 66-69, 80-81, 96-98 (βαρβερ).

22. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι προσπάθειες του Άρατου να παρεμποδί­σει την ίδρυση της εκκλησίας αναφέρονται και στη Διαθήκη του Νίκωνος, χωρίς όμως επώνυμη αναφορά στον αξιωματούχο αυτόν: εκδ. Λάμ­πρου, 224-225 = έκδ. Λαμψίδη, 252.

23. Εκδ. Λάμπρου, 165-166 = έκδ. Λαμψίδη, 191 (κουτλουμ.) και 68-71 (βαρβερ.).

24. Για την ειδίκευση αυτή των Ιουδαίων τεχνιτών και για το επάγ­γελμα βλ. Ειρ. Χρήστου – Κατ. Νικολάου, Στοιχεία για την κοινωνία και τον καθημερινό βίο στην περιοχή Λακωνικής (9ος – 12ος αι.) από αγιολογικά κείμενα, ΒΜ 2, 1990, 218-219 με τη σημ. 51.

25. «Antisemite intransigeant» κατά την da Costa – Louillet, ό.π., 355.

26. Έκδ. Λάμπρου, 166-167 = έκδ. Λαμψίδη, 191-193 (κουτλουμ.) και 70-73 (βαρβερ.).

27. Φ. Βλαχοπούλου, ΕΠΕ 4, σ. 126.

28. Οι μνείες του «Βίου» στον αξιωματούχο αυτό, που διορίστηκε στη θέση του στρατηγού Γρηγορίου, ο οποίος είχε έλθει σε μεγάλη αντιπα­ράθεση με τον Νίκωνα (βλ. Δ. Σοφιανός, Οι Βυζαντινοί άγιοι του ελλαδικού χώρου…, Αθήνα 1993, 37. για τον Γρηγόριο: έκδ. Λάμ­πρου, 172, 174 = έκδ. Λαμψίδη, 197, 199 [κουτλουμ.] και 80, 82 [βαρ­βερ.] με σχόλια 428-429, 457), βλ.: έκδ. Λάμπρου, 174-175, 184-185 = έκδ. Λαμψίδη, 199, 207-208 (κουτλουμ.) και 82-84, 98-101 (βαρβερ.), με τα ιστορικά σχόλια στις σσ. 429-430, 473, 477, όπου ο Απόκαυκος σχετίζεται, εσφαλμένα κατά τη γνώμη μας, με τη β’ βουλγαρική επιδρομή στην Πελοπόννησο (996/997). Επίσης σύντομη αναφορά στον Απόκαυκο («Απόκαυχον») στη διαθήκη του Νίκωνα: έκδ. Λάμπρου, 227 = έκδ. Λαμψίδη, 255. Πάντως, κατά τον D. Polemis, The Doukai…, Λον­δίνο 1968, 101, κατείχε το αξίωμά του γύρω στο 990.

29. Αυτό το είχε συμπεράνει ορθά πριν από 100 χρόνια περίπου (στο γαλλικό πρωτότυπο) ο G. Schlumberger, Η βυζαντιακή εποποιία κατά τα τέλη του 10ου αι., Β’, Αθήνα 1904 (ανατ. 1977), 322-325, 343-344 και μάλιστα όταν δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο «Βίος» από τον Λάμπρο! Τη χρονολόγηση αυτή αμφισβήτησε ο Runciman (βλ. επόμενη σημ.). Για το 986 βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία βυζαντινού κράτους, Β’, Θεσσαλονίκη 1981 2 (ανατ. 1991), 436 σημ. 739 με σημαντικές παρα­τηρήσεις για την παράλληλη εξέταση σχετικά των βυζαντινών πηγών με μια σημαντική αραβική, τον Γιαχύα της Αντιοχείας (11ου αι.). Πάν­τως, στους Karagiannopulos – Weiss, Quellenkunde, 380 αρ. 286, η σχε­τιζόμενη με τον Απόκαυκο βουλγαρική επιδρομή χρονολογείται στο 996! Το λάθος οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, στο ότι τα περιγραφόμενα στον «Βίο» γεγονότα στην Κόρινθο και τον Ισθμό (όπου ο Απόκαυκος, βαριά άρρωστος και αντιμετωπίζοντας επικείμενη επίθεση των δυνά­μεων εισβολής του τσάρου Σαμουήλ, κάλεσε εναγώνια κοντά του τον όσιο Νίκωνα, που όχι μόνο τον θεράπευσε, αλλά του προμήνυσε ότι οι Βούλγαροι θα υποχωρήσουν) έχουν συνδεθεί από τους περισσότερους βυζαντινολόγους με την β⌥ και όχι με την α⌥ αναφορά σε βουλγαρική εισβολή στην Πελοπόννησο στα χρονικά των Ιωάννη Σκυλίτζη (έκδ. Thurn, 330 [α’ του 986 μ.Χ.], 341 [β’ του 996 μ.Χ.]) και Γεωργίου Κεδρηνού (έκδ. Βόννης, Β’, 436, 449-450). Επίσης σημειώνουμε ότι στο 981 χρονολόγησαν την α’
επιδρομή του Σαμουήλ ως την Πελοπόννησο, συνδυάζοντάς την με την αντίσταση του Απόκαυκου, οι Μ. Καραμάνος, ΜΕΕ 5, 155-156 και Τ. Γριτσόπουλος, ΘΗΕ 9, 1966, στήλη 555. Για την ίδια χρονολόγηση βλ. σχετικά και τη μελέτη του Δρόσου Κραθαρτόγιαννου, Απόψεις περί της επι­δρομής των Βουλγάρων στην Ελλάδα τον 10ο αι. και το δαλματικό τοπωνύμιο Σάλωνας, ΒΔ 1, 1987, 213-220, ιδίως 217-218. Τέλος, αόριστα μεταξύ 986- 996 χρονολόγησε τα γεγονότα με τον Απόκαυκο στην Κόρινθο η da Costa – Louillet, ό.π., 358-359, ενώ επίσης αχρονολόγητα αναφέρεται στα γεγονότα της Κορίνθου ο αρχιμ. Κυριαζόπουλος (εδώ σημ. 15), 32-33, που όμως αναφέρει τον Απόκαυκο ως «Απόκαυστο»!

30. Λαμψίδης, Νίκων, 367, 429-430, 473, 477. Για τη χρονολόγηση αυτή βλ. επίσης S. Runciman, History of the First Bulgarian Empire, Λονδίνο 1930, 220 σημ. 3. A. Bon, Le Peloponnese byzantin jusqu’ à 1204, Παρίσι 1951, 81 σημ. 1, 95, 186 αρ. 3. Δ. Ζακυθηνός, Βυζαντινή ιστορία 324- 1071, Αθήνα 1977 2 (ανατ. 1989), 430. Μ. Κορδώσης, Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, Αθήνα 1981, 90, 91. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή ιστορία, Β’ 2, Αθήνα 1988, 164 σημ. 5. Ορθά ο Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, Β’, 448-449 αποσυνδέει τον Απόκαυκο από τη β’ βουλγαρική επιδρομή στην Πελοπόννησο (996-997).

31. Η πολύ σύντομη μνεία των Σκυλίτζη (έκδ. Thurn, 343) και Κεδρηνού (έκδ. Βόννης, Β’, 451) στα μέτρα του Βασιλείου Β’ κατά του κινήματος του Μαλακηνού συμπληρώνεται με τα πλούσια στοιχεία που παρέχει για την υπόθεση αυτή ο «Βίος» (έκδ. Λάμπρου, 177-181 = έκδ. Λαμψίδη, 201-204 [κουτλουμ.] και 88-93 [βαρβερ.] – πρβλ. και ευρετήριο για άλλες αναφορές στη δράση του Μαλακηνού, όπως λ.χ. στη σ. 226 της διαθήκης στην έκδ. Λάμπρου = σ. 253 στη έκδ. Λαμψίδη), κατά τον οποίο ο στρατηγός όχι μόνο απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες, αλλά έγινε και συγκλητικός. την άποψη αυτή δεν δέχεται η Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Η σύγκλητος εις το βυζαντινόν κράτος, Αθήνα 1949, 77, αλλά την αποδέχεται στα σχόλιά του ο Λαμψίδης, Νίκων, 431-432, 447, 473-474. Περί του Μαλακηνού βλ. επίσης Bon, Peloponnese, ό.π., 183, 203 αρ. 63- Ν. Ανδριώτης, λ. στη ΜΕΕ 16, 563 (χρονολόγηση στο 997). Σοφιανός, Βυζαντινοί άγιοι (εδώ σημ. 28), 38. Για τον υπαινιγμό στην παλιά λατινική μετάφραση του βαρβερινιανού κώδικα του «Βίου» ότι τα γεγονότα με τον Μαλακηνό πιθανόν να έλαβαν χώρα πολύ αργότερα, δηλ. το 1009, βλ. τις σωστές παρατηρήσεις του Schlumberger, Εποποιία, Γ’, Αθήνα 1905 (ανατ. 1977), 196 σημ. 2. πρβλ. τον σχολιασμό της da Costa – Louillet, Byzantion 31, 1961, 359-360 με τη σημ. 2.

32. Για τη χρονολόγηση στο 996/997 βλ. Λαμψίδης, Νικών, 432 και J.-Cl. Cheynet, Pouvoir et contestations a Byzance 963-1210, Παρίσι 1990, 34 αρ. 17. Παραδόξως η Καλλιόπη Μπουρδάρα, Καθοσίωσις και τυραννίς κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους… 867-1056, Αθήνα -Κομοτηνή 1981, 97-98, χρονολογεί τα γεγονότα αυτά στο 986! Το ίδιο σφάλμα είχε διαπράξει παλαιά ο Schlumberger, Εποποιία, Β’, 324, που απέδωσε την απαλλαγή του Μαλακηνού μετά από πρωτοβουλίες του ό­σιου Νίκωνα λίγο μετά την αναχώρηση των Βουλγάρων
από τον Ισθμό, αλλά κατά την α’ επιδρομή τους το 986, που, όπως έχουμε διαπιστώσει, συνδέεται με τον Βασίλειο Απόκαυκο (βλ. παραπάνω σημ. 29).

33. Κατά τον Γριτσόπουλο, ΘΗΕ 9, στήλ. 554, «απωκίσθησαν μακρυά από την πόλη».

34. Γενικά για την εμπορική αυτή δραστηριότητα στην περιοχή βλ. Bon, Peloponnese, 86 έξ., 132 έξ. (12ος αι. – πρβλ. εδώ παρακάτω σημ. 43). Ζακυθηνός, Ιστορία, 303 Μ. Κορδώσης, Το εμπόριο στη βυζαντι­νή Λακωνία 9ος αι. – 1204 μ.Χ., ΠΣ Α’ Λακωνικών Σπουδών, Αθήνα 1983, 107-112, ιδίως 108 έξ. (βενετική παρουσία), 112 (Ιουδαίοι). Για την ιουδαϊκή παροικία βλ. και Γ. Καψάλης, λ. Λακεδαιμόνια, ΜΕΕ 15, 717’ γενικά για τη Σπάρτη στα μεσοβυζαντινά χρόνια βλ. Νίκη Κουτράκου, Η εικόνα της Σπάρτης: ιδεολογικά σχήματα και πραγματικό­τητα στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, ΒΜ 4, 1992, 222-243.

35. Βλ. σχετικά Άννα Λαμπροπούλου, Οι πανηγύρεις στην Πελοπόν­νησο κατά τη βυζαντινή εποχή, ΠΑΣ «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάν­τιο», ΚΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1989, 294-295.

36. W. Miller (μετάφρ.-σχόλ. Σπ. Λάμπρος), Ιστορία της Φραγκοκρα­τίας εν Ελλάδι 1204-1566, 2 τόμοι, Αθήνα 1909-1910 (ανατ. 1960), Α, 41-42 και μετάφρ. Αγ. Φουριώτης, Αθήνα 1960 (ανατ. 1990), 62.

37. Βλ. Βέης (εδώ σημ. 14), 10-11 αρ. 166 πρβλ. Ανδρεάδης (επίσης σημ. 14), 25. Πολύ σημαντική εδώ η μαρτυρία του συγχρόνου του Βε­νιαμίν της Τουδέλας, του Αβραάμ μπεν Νταούντ, επίσης Ισπανο-εβραίου που άκμασε στον 12ο αι.

38. Πρβλ. εδώ παραπάνω σημ. 14.

39. Παρά τη διαβεβαίωση του Καψάλη, ΜΕΕ 15, 717, ότι, εκτός του αλ-Ιντρίσι, επισκέφθηκε τη Λακωνία και ο Βενιαμίν! Βλ. όμως σωστά Ανδρεάδης, ό.π., 32-33 σημ. 4.

40. Βλ. σχετικά την εισαγωγή στην πρόσφατη ελληνική μετάφρ. Βενιαμίν (εδώ σημ. 1), 34-36 σημ. 7 για τις διάφορες εκδοχές χρονολόγησης.

41. Νεοελληνική μετάφρ. του τμήματος του οδοιπορικού του Βενιαμίν που περιγράφει τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στις 62-67 και αντίστοιχα τα σχόλια στις σημ. 77-135.

42. Βλ. al-Idrisi, γαλλ. μετάφρ. P. Jaubert, Β’, Παρίσι 1840 (ανατ. Άμστερνταμ 1975), 125. Μ. Κορδώσης, Η περιγραφή της Ν.-Α. Πελοποννήσου από τον Άραβα περιηγητή Edrisi, ΠΔΣ Β’ Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981-1982, 261-268, ιδίως 262-263. R.-J. Lilie, Handel und Politik zwischen dem byzant. Reich und den italienischen Kommunen… 1081-1204, Άμστερνταμ 1984, 199. πρβλ. Savvides, JOAS 2, 53-54 (= Βυζαντινοτουρκικά…, ό.π., [303-304]) καί BM 4, 1992 (= Μελετήματα…, εδώ σημ. 5, [242]). Γενικά για τους Ιουδαίους στη Σπάρτη, με έμφαση στον 12ο αι., βλ. Bon, Peloponnese, 85-87 και Bowman (εδώ σημ. 3).

43. Ιδιαίτερα πλούσιες οι μνείες για τον 15ο αι.: βλ. Bon, ό.π., 86-87 με τη σημ. 5. Ά. Βασίλιεφ, Ιστορία Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθή­να 1954 (ανατ. 1973), 794 σημ. 175, με αναφορά στην «Επιδημία Μάζαρι εν Άδου». Βλ. επίσης D. Zakythenos, Le Despotat grec de Moree, Β’, Αθήνα 1953 (β’ έκδ. με προσθ. Χρύσας Μαλτέζου, Λονδίνο 1975, VR), 42-44. I. Medvedev, Mistra (ρωσικά), Λένινγκραντ 1973, 85 και Bowman (εδώ σημ. 3), Passim. Για τους Ιουδαίους του Μυστρά βλ. επίσης S. Bowman, λ. Jews, ODB, σ. 1040, χωρίς όμως να αναφέρονται Ιουδαίοι στη Σπάρτη. Κατά τον Καψάλη, ΜΕΕ 15, 717, οι εκδιωχθέντες από τον Νίκωνα Ιουδαίοι επανήλθαν στη Σπάρτη από το χωριό της Τρύπης, στις υπώρειες του Ταϋγέτου, όπου είχαν καταφύγει δίνοντας στο μέρος την ονομασία «Εβραϊκή Τρύπη», λόγω του πλήθους όσων είχαν καταφύγει εκεί.

44. Βλ. Βέργαδος (εδώ σημ. 11), 50.

45. Στο ίδιο.

46. Ασχολίαστα αναφέρουν την «εξαφάνιση» αυτή, μεταξύ άλλων, οι Γριτσόπουλος, ΘΗΕ 9, στήλ. 554 και S. Runciman, Μυστράς, βυζαν­τινή πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, Αθήνα 1986, 12.

ΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ

ΑΠ: Αρχείον Πόντου (Αθήνα)

ΒΔ: Βυζαντινός Δόμος (Αθήνα)

ΒΜ: Βυζαντιναί Μελέται (Αθήνα)

BNJ: Byzantinisch – neugriechische Jahrbiicher (Αθήνα)

DOP: Dumbarton Oaks Papers (Washington)
EEBS: Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών (Αθήνα)

ΕΠΕ: Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού ‘Ελληνισμού (Θεσ/νίκη)

ΘΗΕ: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (Αθήνα)

JOAS: Journal of Oriental and African Studies (Αθήνα)

KBE/EIE: Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Αθή-
να)

ΛΣ: Λακωνικαί Σπουδαί (Αθήνα)

ΜΕΕ: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «ΠΥΡΣΟΥ» (Αθήνα)
ΝΕ: Νέος Ελληνομνήμων (Αθήνα)

ODB: Oxford Dictionary of Byzantium (New York – Oxford)

ΠΒΛ: Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (Εκδοτικής Αθηνών)
Π(Δ)Σ: Πρακτικά (Διεθνούς) Συνεδρίου

VR: Variorum Reprints (London)

[Ο Καθηγητής κ. Αλέξης Γ. Κ. Σαββίδης έχει ασχοληθεί με μεσαιωνικά, μεταβυζαντινά και ισλαμικά ιστορικά θέματα. Η παραπάνω μελέτη του είναι από το βιβλίο του «Από το Βυζάντιο στην Τουρκοκρατία», εκδόσεις Απ. Χαρίση, 1997].

 

 

2 thoughts on “Φάκελος Λακωνική Ιστορία #06 «Οι Εβραίοι της Λακεδαιμονίας»

  1. Παράθεμα: Αντιπαράδειγμα #06 Μια ταφόπλακα στον Μυστρά Λακωνίας | Benjamin conti

  2. Νομίζω πως το άρθρο σας αυτό είναι μια πραγματική προσφορά στην ιστορική αυτογνωσία των σημερινών κατοίκων της Λακωνίας. Η σχέση της Σπάρτης με το εβραϊκό στοιχείο είναι πολύ βαθιές και η έτσι κι αλλιώς πραγματική πρόκληση του τοπικού εορτασμού του οσίου Νίκωνα, γίνεται ακόμη βαρύτερη.
    Είναι να απορεί κανείς που δεν έχει ακόμη καλέσει κανείς σε απολογία τη Μητρόπολη της Σπάρτης της που με τόσο συκοφαντικό και εγκωμιαστικό μιας βαρβαρότητας τρόπο, γράφει στην ιστοσελίδα της:
    http://www.immspartis.gr/?page_id=474
    «…Στη Σπάρτη ο Όσιος ανέπτυξε αξιόλογη δράση, ενώ την απήλλαξε και από τη μάστιγα των Ισραηλιτών, που με την άσχημη διαγωγή τους επηρέαζαν τον πληθυσμό και αποτελούσαν εμπόδιο στην ηθικοπλαστική προσπάθεια που έκανε ο Νίκων…»,
    δικαιολογώντας έτσι το βίαιο και εγκληματικό ξεσπίτωμα αθώων ανθρώπων, ακόμη και παιδιών, τον θρησκευτικό ρατσισμό και το φυλετικό μίσος.
    Είναι φανερό πως η Δικαιοσύνη στη χώρα μας λειτουργεί εξαιρετικά επιλεκτικά, αν αναλογιστούμε πως και οι γνωστές αθέλητες αποκαλύψεις του φυρερίσκου της «σποράς των ηττημένων του ’45», πως η Μητρόπολη Σπάρτης μετέφερε τους γέρους ενός ιδρύματός της για να τον ψηφίσουν,
    http://www.koutipandoras.gr/article/poioi-mitropolites-enishyan-ti-hrysi-aygi-oi-ieres-sheseis-me-tin-egklimatiki
    διαψεύστηκαν πολύ πρόχειρα και παραπλανητικά από τον μητροπολίτη και δεν φαίνεται να τέθηκαν σε δικαστική διερεύνηση, την οποία μάλιστα κανείς από αυτούς που το όφειλαν δεν την ζήτησε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s